Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγέλια κατά.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευαγγέλια κατά.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Κυριακή ΙΒ´ Λουκά)

http://www.hellasforce.com/wp-content/uploads/2015/01/o-apostolos-kai-to-eyaggelio-tis-kyriakis1.jpg 
Το Αποστολικό Ανάγνωσμα
(Λουκ. ιζ´ 12-19)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσερχομένου τοῦ ᾿Ιησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· ᾿Ιησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. Καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. ᾿Αποκριθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· ᾿Αναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.
Απόδοση:
Εκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ἔμπαινε ὁ ᾿Ιησοῦς σ’ ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροί· στάθηκαν λοιπὸν ἀπὸ μακριὰ καὶ τοῦ φώναζαν δυνατά· «᾿Ιησοῦ, ἀφέντη, ἐλέησέ μας!» Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε· «Πηγαίνετε νὰ σᾶς ἐξετάσουν οἱ ἱερεῖς». Καὶ καθὼς πήγαιναν, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. ῞Ενας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας μὲ δυνατὴ φωνὴ τὸν Θεό, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε· «Δὲν θεραπεύτηκαν καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ ποῦ εἶναι; Κανένας τους δὲν βρέθηκε νὰ γυρίσει νὰ δοξάσει τὸν Θεὸ παρὰ μόνο τοῦτος ἐδῶ ὁ ἀλλοεθνής;» Καὶ σ’ αὐτὸν εἶπε· «Σήκω καὶ πήγαινε στὸ καλό· ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε».

Read more »

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΛΛΗΝΙΚΗ


Απόδοση στη νεολληνική:
Αυτά σας τα έχω πει για να μη σκανδαλιστείτε. 2 Αποσυνάγωγους  θα σας κάνουν. Αλλά έρχεται ώρα που καθένας ο οποίος σας θανατώσει να νομίσει ότι προσφέρει λατρεία στο Θεό. 3 Και αυτά θα τα κάνουν, επειδή δε γνώρισαν τον Πατέρα ούτε εμένα. 4 Αλλά σας έχω μιλήσει αυτά, για να τα θυμάστε ότι εγώ σας τα είπα, όταν έρθει η ώρα τους».
Το έργο του Πνεύματος
«Αυτά, όμως, από την αρχή δε σας τα είπα, γιατί ήμουν μαζί σας. 5 Αλλά τώρα πηγαίνω προς εκείνον που με έστειλε, και κανείς από εσάς δε με ρωτά: “Πού πηγαίνεις”; 6 Αλλά επειδή αυτά σας έχω πει, η λύπη έχει γεμίσει την καρδιά σας. 7 Αλλά εγώ την αλήθεια σας λέω: συμφέρει σ' εσάς εγώ να φύγω. Γιατί, αν δε φύγω, ο Παράκλητος δε θα έρθει προς εσάς. αν όμως πορευτώ, θα τον στείλω προς εσάς. 8 Και όταν έρθει Εκείνος, θα ελέγξει τον κόσμο για αμαρτία και για δικαιοσύνη και για κρίση. 9 Αφενός για αμαρτία, επειδή δεν πιστεύουν σ' εμένα. 10 Αφετέρου για δικαιοσύνη, επειδή πηγαίνω προς τον Πατέρα και δε θα με βλέπετε πια. 11 Και για κρίση, επειδή ο άρχοντας του κόσμου τούτου έχει κριθεί. 
12 Ακόμη πολλά έχω να σας λέω, αλλά δε δύναστε να τα βαστάζετε τώρα. 13 Όταν όμως έρθει Εκείνος, το Πνεύμα της αλήθειας, θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια. Γιατί δε θα μιλήσει από τον εαυτό του, αλλά όσα ακούσει θα μιλήσει και τα ερχόμενα θα σας αναγγέλλει. 14 Εκείνος εμένα θα δοξάσει, γιατί από το δικό μου θα λαβαίνει και θα σας αναγγέλλει. 15 Όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι δικά μου. γι' αυτό είπα ότι από το δικό μου λαβαίνει και θα σας αναγγέλλει».
«Η λύπη σας θα γίνει χαρά»
16 «Σε λίγο χρόνο και δε θα με βλέπετε πια, και πάλι σε λίγο χρόνο και θα με δείτε». 17 Είπαν, λοιπόν, μερικοί από τους μαθητές του μεταξύ τους: «Τι σημαίνει αυτό που μας λέει: “Σε λίγο χρόνο και δε θα με βλέπετε πια, και πάλι σε λίγο χρόνο και θα με δείτε”; Και: “Επειδή πηγαίνω προς τον Πατέρα”;» 18 Έλεγαν λοιπόν: «Τι σημαίνει αυτό που λέει, το: “Σε λίγο χρόνο”; Δεν ξέρουμε τι μιλά». 19 Κατάλαβε ο Ιησούς ότι ήθελαν να τον ρωτούν και τους είπε: «Γι' αυτό συζητάτε μεταξύ σας, επειδή είπα: “Σε λίγο χρόνο και δε θα με βλέπετε πια, και πάλι σε λίγο χρόνο και θα με δείτε”; 20 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω ότι θα κλάψετε και θα θρηνήσετε εσείς, ενώ ο κόσμος θα χαρεί. Εσείς θα λυπηθείτε, αλλά η λύπη σας θα γίνει χαρά. 21 Η γυναίκα όταν γεννά έχει λύπη, γιατί ήρθε η ώρα της. Όταν όμως γεννήσει το παιδί, δε θυμάται πια τη θλίψη από τη χαρά, γιατί γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο. 22 Και εσείς, λοιπόν, τώρα βέβαια έχετε λύπη. Πάλι όμως θα σας δω, και θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας κανένας δεν την αφαιρεί από εσάς. 23 Και εκείνη την ημέρα εμένα δε θα ρωτήσετε τίποτα. Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αν κάτι ζητήσετε από τον Πατέρα στο όνομά μου, θα σας το δώσει. 24 Ως τώρα δε ζητήσατε τίποτα στο όνομά μου, ζητάτε και θα παίρνετε, για να είναι η χαρά σας ολοκληρωμένη».
«Εγώ έχω νικήσει τον κόσμο»
25 «Αυτά σας τα έχω πει παραβολικά. Έρχεται ώρα που δε θα σας μιλήσω πια παραβολικά, αλλά με παρρησία για τον Πατέρα θα σας αναγγείλω. 26 Κατ' εκείνη την ημέρα θα ζητήσετε στο όνομά μου, και δε σας λέω ότι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα για σας. 27 Γιατί ο ίδιος ο Πατέρας σάς αγαπά, επειδή εσείς έχετε αγαπήσει εμένα και έχετε πιστέψει ότι εγώ εξήλθα από το Θεό. 28 Εξήλθα από τον Πατέρα και έχω έρθει στον κόσμο. πάλι αφήνω τον κόσμο και πορεύομαι προς τον Πατέρα». 29 Λένε οι μαθητές του: «Δες, τώρα με παρρησία μιλάς και δε λες καμιά παραβολή. 30 Τώρα ξέρουμε ότι ξέρεις τα πάντα και δεν έχεις ανάγκη κάποιος να σε ρωτά. Γι' αυτό πιστεύουμε ότι εξήλθες από το Θεό». 31 Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Τώρα πιστεύετε; 32 Ιδού, έρχεται ώρα και μάλιστα έχει έρθει, για να σκορπιστείτε καθένας στις ιδιωτικές του υποθέσεις κι εμένα να αφήσετε μόνο. Αλλά δεν είμαι μόνος, γιατί ο Πατέρας είναι μαζί μου. 33 Αυτά σας τα έχω πει, για να έχετε ειρήνη μέσα σ' εμένα. Μέσα στον κόσμο θα έχετε θλίψη. αλλά θαρρεύετε, εγώ έχω νικήσει τον κόσμο».





Read more »

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ

  Αρχαίο Κείμενο 
16:1 Ταυτα λελάληκα υμιν ινα μη σκανδαλισθητε. 2 αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμας. αλλ ερχεται ωρα ινα πας ο αποκτείνας υμας δόξη λατρείαν προσφέρειν τω θεω. 3 και ταυτα ποιήσουσιν οτι ουκ εγνωσαν τον πατέρα ουδε εμέ. 4 αλλα ταυτα λελάληκα υμιν ινα οταν ελθη η ωρα αυτων μνημονεύητε αυτων οτι εγω ειπον υμιν. Ταυτα δε υμιν εξ αρχης ουκ ειπον, οτι μεθ' υμων ημην. 5 νυν δε υπάγω προς τον πέμψαντά με, και ουδεις εξ υμων ερωτα με, Που υπάγεις; 6 αλλ οτι ταυτα λελάληκα υμιν η λύπη πεπλήρωκεν υμων την καρδίαν. 7 αλλ' εγω την αλήθειαν λέγω υμιν, συμφέρει υμιν ινα εγω απέλθω. εαν γαρ μη απέλθω, ο παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμας. εαν δε πορευθω, πέμψω αυτον προς υμας. 8 και ελθων εκεινος ελέγξει τον κόσμον περι αμαρτίας και περι δικαιοσύνης και περι κρίσεως. 9 περι αμαρτίας μέν, οτι ου πιστεύουσιν εις εμέ. 10 περι δικαιοσύνης δέ, οτι προς τον πατέρα υπάγω και ουκέτι θεωρειτέ με. 11 περι δε κρίσεως, οτι ο αρχων του κόσμου τούτου κέκριται. 12 Ετι πολλα εχω υμιν λέγειν, αλλ ου δύνασθε βαστάζειν αρτι. 13 οταν δε ελθη εκεινος, το πνευμα της αληθείας, οδηγήσει υμας εν τη αληθεία πάση. ου γαρ λαλήσει αφ' εαυτου, αλλ οσα ακούσει λαλήσει, και τα ερχόμενα αναγγελει υμιν. 14 εκεινος εμε δοξάσει, οτι εκ του εμου λήμψεται και αναγγελει υμιν. 15 πάντα οσα εχει ο πατηρ εμά εστιν. δια τουτο ειπον οτι εκ του εμου λαμβάνει και αναγγελει υμιν. 16 Μικρον και ουκέτι θεωρειτέ με, και πάλιν μικρον και οψεσθέ με. 17 ειπαν ουν εκ των μαθητων αυτου προς αλλήλους, Τί εστιν τουτο ο λέγει ημιν, Μικρον και ου θεωρειτέ με, και πάλιν μικρον και οψεσθέ με; καί, Οτι υπάγω προς τον πατέρα; 18 ελεγον ουν, Τί εστιν τουτο ο λέγει, το μικρόν; ουκ οιδαμεν τί λαλει. 19 εγνω ο Ιησους οτι ηθελον αυτον ερωταν, και ειπεν αυτοις, Περι τούτου ζητειτε μετ' αλλήλων οτι ειπον, Μικρον και ου θεωρειτέ με, και πάλιν μικρον και οψεσθέ με; 20 αμην αμην λέγω υμιν οτι κλαύσετε και θρηνήσετε υμεις, ο δε κόσμος χαρήσεται. υμεις λυπηθήσεσθε, αλλ' η λύπη υμων εις χαραν γενήσεται. 21 η γυνη οταν τίκτη λύπην εχει, οτι ηλθεν η ωρα αυτης. οταν δε γεννήση το παιδίον, ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως δια την χαραν οτι εγεννήθη ανθρωπος εις τον κόσμον. 22 και υμεις ουν νυν μεν λύπην εχετε. πάλιν δε οψομαι υμας, και χαρήσεται υμων η καρδία, και την χαραν υμων ουδεις αιρει αφ' υμων. 23 και εν εκείνη τη ημέρα εμε ουκ ερωτήσετε ουδέν. αμην αμην λέγω υμιν, αν τι αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου δώσει υμιν. 24 εως αρτι ουκ ητήσατε ουδεν εν τω ονόματί μου. αιτειτε και λήμψεσθε, ινα η χαρα υμων η πεπληρωμένη. 25 Ταυτα εν παροιμίαις λελάληκα υμιν. ερχεται ωρα οτε ουκέτι εν παροιμίαις λαλήσω υμιν αλλα παρρησία περι του πατρος απαγγελω υμιν. 26 εν εκείνη τη ημέρα εν τω ονόματί μου αιτήσεσθε, και ου λέγω υμιν οτι εγω ερωτήσω τον πατέρα περι υμων. 27 αυτος γαρ ο πατηρ φιλει υμας, οτι υμεις εμε πεφιλήκατε και πεπιστεύκατε οτι εγω παρα του θεου εξηλθον. 28 εξηλθον παρα του πατρος και ελήλυθα εις τον κόσμον. πάλιν αφίημι τον κόσμον και πορεύομαι προς τον πατέρα. 29 Λέγουσιν οι μαθηται αυτου, Ιδε νυν εν παρρησία λαλεις, και παροιμίαν ουδεμίαν λέγεις. 30 νυν οιδαμεν οτι οιδας πάντα και ου χρείαν εχεις ινα τίς σε ερωτα. εν τούτω πιστεύομεν οτι απο θεου εξηλθες. 31 απεκρίθη αυτοις Ιησους, Αρτι πιστεύετε; 32 ιδου ερχεται ωρα και ελήλυθεν ινα σκορπισθητε εκαστος εις τα ιδια καμε μόνον αφητε. και ουκ ειμι μόνος, οτι ο πατηρ μετ' εμου εστιν. 33 ταυτα λελάληκα υμιν ινα εν εμοι ειρήνην εχητε. εν τω κόσμω θλιψιν εχετε, αλλα θαρσειτε, εγω νενίκηκα τον κόσμον. 

Κατεβαστέ από δω την εφαρμογή του Δόξα τω Θεώ !!!!
Read more »

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ

  Αρχαίο Κείμενο 

15:1 Εγώ ειμι η αμπελος η αληθινή, και ο πατήρ μου ο γεωργός εστιν. 2 παν κλημα εν εμοι μη φέρον καρπόν, αιρει αυτό, και παν το καρπον φέρον καθαίρει αυτο ινα καρπον πλείονα φέρη. 3 ηδη υμεις καθαροί εστε δια τον λόγον ον λελάληκα υμιν. 4 μείνατε εν εμοί, καγω εν υμιν. καθως το κλημα ου δύναται καρπον φέρειν αφ' εαυτου εαν μη μένη εν τη αμπέλω, ουτως ουδε υμεις εαν μη εν εμοι μένητε. 5 εγώ ειμι η αμπελος, υμεις τα κλήματα. ο μένων εν εμοι καγω εν αυτω ουτος φέρει καρπον πολύν, οτι χωρις εμου ου δύνασθε ποιειν ουδέν. 6 εαν μή τις μένη εν εμοί, εβλήθη εξω ως το κλημα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτα και εις το πυρ βάλλουσιν και καίεται. 7 εαν μείνητε εν εμοι και τα ρήματά μου εν υμιν μείνη, ο εαν θέλητε αιτήσασθε και γενήσεται υμιν. 8 εν τούτω εδοξάσθη ο πατήρ μου, ινα καρπον πολυν φέρητε και γένησθε εμοι μαθηταί. 9 καθως ηγάπησέν με ο πατήρ, καγω υμας ηγάπησα. μείνατε εν τη αγάπη τη εμη. 10 εαν τας εντολάς μου τηρήσητε, μενειτε εν τη αγάπη μου, καθως εγω τας εντολας του πατρός μου τετήρηκα και μένω αυτου εν τη αγάπη. 11 Ταυτα λελάληκα υμιν ινα η χαρα η εμη εν υμιν η και η χαρα υμων πληρωθη. 12 αυτη εστιν η εντολη η εμή, ινα αγαπατε αλλήλους καθως ηγάπησα υμας. 13 μείζονα ταύτης αγάπην ουδεις εχει, ινα τις την ψυχην αυτου θη υπερ των φίλων αυτου. 14 υμεις φίλοι μού εστε εαν ποιητε α εγω εντέλλομαι υμιν. 15 ουκέτι λέγω υμας δούλους, οτι ο δουλος ουκ οιδεν τί ποιει αυτου ο κύριος. υμας δε ειρηκα φίλους, οτι πάντα α ηκουσα παρα του πατρός μου εγνώρισα υμιν. 16 ουχ υμεις με εξελέξασθε, αλλ' εγω εξελεξάμην υμας και εθηκα υμας ινα υμεις υπάγητε και καρπον φέρητε και ο καρπος υμων μένη, ινα ο τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου δω υμιν. 17 ταυτα εντέλλομαι υμιν, ινα αγαπατε αλλήλους. 18 Ει ο κόσμος υμας μισει, γινώσκετε οτι εμε πρωτον υμων μεμίσηκεν. 19 ει εκ του κόσμου ητε, ο κόσμος αν το ιδιον εφίλει. οτι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ' εγω εξελεξάμην υμας εκ του κόσμου, δια τουτο μισει υμας ο κόσμος. 20 μνημονεύετε του λόγου ου εγω ειπον υμιν, Ουκ εστιν δουλος μείζων του κυρίου αυτου. ει εμε εδίωξαν, και υμας διώξουσιν. ει τον λόγον μου ετήρησαν, και τον υμέτερον τηρήσουσιν. 21 αλλα ταυτα πάντα ποιήσουσιν εις υμας δια το ονομά μου, οτι ουκ οιδασιν τον πέμψαντά με. 22 ει μη ηλθον και ελάλησα αυτοις, αμαρτίαν ουκ ειχοσαν. νυν δε πρόφασιν ουκ εχουσιν περι της αμαρτίας αυτων. 23 ο εμε μισων και τον πατέρα μου μισει. 24 ει τα εργα μη εποίησα εν αυτοις α ουδεις αλλος εποίησεν, αμαρτίαν ουκ ειχοσαν. νυν δε και εωράκασιν και μεμισήκασιν και εμε και τον πατέρα μου. 25 αλλ ινα πληρωθη ο λόγος ο εν τω νόμω αυτων γεγραμμένος οτι Εμίσησάν με δωρεάν. 26 Οταν ελθη ο παράκλητος ον εγω πέμψω υμιν παρα του πατρός, το πνευμα της αληθείας ο παρα του πατρος εκπορεύεται, εκεινος μαρτυρήσει περι εμου. 27 και υμεις δε μαρτυρειτε, οτι απ' αρχης μετ' εμου εστε. 

Read more »

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΛΛΗΝΙΚΗ


Απόδοση στη νεολληνική:
Ο Ιησούς είναι η άμπελος η αληθινή
15
ΙΩΑΝΝΗΣ (IN.) 15 
«Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή και ο Πατέρας μου είναι ο γεωργός. 2 Κάθε κλήμα ενωμένο μ' εμένα που δε φέρει καρπό το αφαιρεί. Και καθένα που φέρει καρπό το κλαδεύει, για να φέρει περισσότερο καρπό. 3 Ήδη εσείς είστε καθαροί, εξαιτίας του λόγου που σας έχω μιλήσει. 4 Μείνετε ενωμένοι μ' εμένα, κι εγώ θα μένω ενωμένος μ' εσάς. Καθώς το κλήμα δε δύναται να φέρει καρπό από τον εαυτό του αν δε μένει ενωμένο με την άμπελο, έτσι ούτε εσείς αν δε μένετε ενωμένοι μ' εμένα. 5 Εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα. Όποιος μένει ενωμένος μ' εμένα κι εγώ με αυτόν, αυτός φέρει καρπό πολύ, γιατί χωρίς εμένα δε δύναστε να κάνετε τίποτα. 6 Αν κάποιος δε μένει ενωμένος μ' εμένα, πετιέται έξω σαν το κλήμα και ξεραίνεται, και τα συνάζουν και τα ρίχνουν στη φωτιά και καίγονται. 7 Αν μείνετε μέσα μου και τα λόγια μου μείνουν μέσα σας, ζητήστε ό,τι θέλετε και θα σας γίνει. 8 Με αυτό δοξάστηκε ο Πατέρας μου: με το να φέρετε καρπό πολύ και να γίνετε δικοί μου μαθητές. 9 Καθώς με αγάπησε ο Πατέρας κι εγώ εσάς αγάπησα. μείνετε μέσα στην αγάπη τη δική μου. 10 Αν τις εντολές μου τηρήσετε, θα μείνετε μέσα στην αγάπη μου, καθώς εγώ έχω τηρήσει τις εντολές του Πατέρα μου και μένω μέσα στην αγάπη του. 
11 Αυτά σας τα έχω μιλήσει, για να είναι η χαρά η δική μου μέσα σας και η χαρά σας να ολοκληρωθεί. 12 Αυτή είναι η εντολή η δική μου: να αγαπάτε ο ένας τον άλλο καθώς αγάπησα εσάς. 13 Μεγαλύτερη αγάπη από αυτήν κανείς δεν έχει, να θυσιάσει κάποιος την ψυχή του για τους φίλους του. 14 Εσείς φίλοι μου είστε, αν κάνετε όσα εγώ σας δίνω εντολή. 15 Δε σας λέω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας έχω πει φίλους, γιατί όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου σας γνώρισα. 16 Δε με εξελέξατε εσείς, αλλά εγώ σας εξέλεξα και σας έθεσα, για να πάτε εσείς και να φέρετε καρπό και ο καρπός σας να μένει, ώστε ό,τι ζητήσετε από τον Πατέρα στο όνομά μου να σας το δώσει. 17 Αυτά σας δίνω εντολή: να αγαπάτε ο ένας τον άλλο».
Το μίσος του κόσμου
18 «Αν ο κόσμος σάς μισεί, ας γνωρίζετε ότι εμένα πρώτα από εσάς έχει μισήσει. 19 Αν ήσασταν από τον κόσμο, ο κόσμος θα αγαπούσε το δικό του. Επειδή όμως δεν είστε από τον κόσμο, αλλά εγώ σας εξέλεξα από τον κόσμο, γι' αυτό σας μισεί ο κόσμος. 20 Να θυμάστε το λόγο που εγώ σας είπα: “Δεν υπάρχει δούλος μεγαλύτερος από τον κύριό του”. Αν εμένα καταδίωξαν, κι εσάς θα καταδιώξουν. Αν το λόγο μου τήρησαν, και το δικό σας θα τηρήσουν. 21 Αλλά αυτά όλα θα τα κάνουν σ' εσάς εξαιτίας του ονόματός μου, γιατί δεν ξέρουν εκείνον που με έστειλε. 22 Αν δεν είχα έρθει και δεν τους είχα μιλήσει, δε θα είχαν αμαρτία. Τώρα, όμως, πρόφαση δεν έχουν για την αμαρτία τους. 23 Όποιος εμένα μισεί και τον Πατέρα μου μισεί. 24 Αν δεν έκανα μεταξύ τους τα έργα που κανείς άλλος δεν έκανε, αμαρτία δε θα είχαν. Τώρα όμως και τα έχουν δει και έχουν μισήσει και εμένα και τον Πατέρα μου. 25 Αλλά αυτό συνέβηκε, για να εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος στο νόμο τους: Με μίσησαν χωρίς λόγο. 
26 Όταν έρθει ο Παράκλητος τον οποίο εγώ θα στείλω σ' εσάς από τον Πατέρα, το Πνεύμα της αλήθειας το οποίο από τον Πατέρα εκπορεύεται, Εκείνος θα μαρτυρήσει για μένα. 27 Και εσείς επίσης μαρτυρείτε, γιατί από την αρχή είστε μαζί μου. 




Read more »

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΛΛΗΝΙΚΗ


Απόδοση στη νεολληνική:
O Ιησούς είναι ο δρόμος προς τον Πατέρα
14
ΙΩΑΝΝΗΣ (IN.) 14 
«Ας μην ταράζεται η καρδιά σας. να πιστεύετε στο Θεό, και σ' εμένα να πιστεύετε. 2 Στην οικία του Πατέρα μου υπάρχουν πολλά μέρη διαμονής. Ειδεμή θα σας έλεγα ότι πορεύομαι να σας ετοιμάσω τόπο; 3 Και αν πορευτώ και σας ετοιμάσω τόπο, πάλι θα έρθω και θα σας παραλάβω κοντά μου, για να είστε και εσείς όπου είμαι εγώ. 4 Και όπου εγώ πηγαίνω ξέρετε την οδό». 5 Του λέει ο Θωμάς: «Κύριε, δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις. Πώς μπορούμε να ξέρουμε την οδό;» 6 Του απαντά ο Ιησούς: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά μόνο διαμέσου εμένα. 7 Αν με έχετε γνωρίσει, θα γνωρίσετε και τον Πατέρα μου. Αλλά από τώρα τον γνωρίζετε και τον έχετε δει». 8 Του λέει ο Φίλιππος: «Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα και μας αρκεί». 9 Του απαντά ο Ιησούς: «Τόσο χρόνο είμαι μαζί σας και δε με έχεις γνωρίσει, Φίλιππε; Όποιος έχει δει εμένα έχει δει τον Πατέρα. Πώς εσύ λες: “Δείξε μας τον Πατέρα”; 10 Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας είναι μέσα σ' εμένα; Τα λόγια που εγώ σας λέω δε τα μιλώ από τον εαυτό μου, μάλιστα ο Πατέρας που μένει μέσα μου κάνει τα έργα του. 11 Πιστεύετέ με ότι εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας είναι μέσα σ' εμένα. Ειδεμή, εξαιτίας αυτών των έργων ας πιστεύετε. 12 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, όποιος πιστεύει σ' εμένα τα έργα που εγώ κάνω κι εκείνος θα κάνει. Και μεγαλύτερα από αυτά θα κάνει, γιατί εγώ πορεύομαι προς τον Πατέρα. 13 Και ό,τι ζητήσετε στο όνομά μου αυτό θα το κάνω, για να δοξαστεί ο Πατέρας μέσω του Υιού. 14 Αν κάτι μου ζητήσετε στο όνομά μου, εγώ θα το κάνω».
Η υπόσχεση της αποστολής του Πνεύματος
15 «Αν με αγαπάτε, τις εντολές τις δικές μου θα τηρήσετε. 16 Κι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας δώσει άλλον Παράκλητο, για να είναι μαζί σας στον αιώνα: 17 το Πνεύμα της αλήθειας, που ο κόσμος δε δύναται να το λάβει, γιατί δεν το βλέπει ούτε το γνωρίζει. Εσείς το γνωρίζετε, γιατί μένει κοντά σας και θα είναι μέσα σας. 18 Δε θα σας αφήσω ορφανούς, έρχομαι προς εσάς. 19 Ακόμα λίγο χρόνο και ο κόσμος δε θα με βλέπει πια, εσείς όμως θα με βλέπετε, γιατί εγώ ζω κι εσείς θα ζήσετε. 20 Εκείνη την ημέρα εσείς θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα μου και εσείς είστε μέσα μου κι εγώ μέσα σας. 21 Όποιος έχει τις εντολές μου και τις τηρεί, εκείνος είναι που με αγαπά. Και εκείνος που με αγαπά θα αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του εμφανίσω τον εαυτό μου». 22 Του λέει ο Ιούδας, όχι ο Ισκαριώτης: «Κύριε, και τι έχει συμβεί, ώστε  σ' εμάς να μέλλεις να εμφανίζεις τον εαυτό σου, αλλά όχι στον κόσμο;» 23 Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Αν κάποιος με αγαπά, θα τηρήσει το λόγο μου, και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει και θα έρθουμε προς αυτόν και θα κάνουμε διαμονή μαζί του. 24 Όποιος δε με αγαπά δεν τηρεί τους λόγους μου. Και ο λόγος που ακούτε δεν είναι δικός μου, αλλά του Πατέρα που με έστειλε. 
25 Αυτά σας έχω πει, μένοντας κοντά σας. 26 Αλλά ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου Εκείνος θα σας τα διδάξει όλα και θα σας υπενθυμίσει όλα όσα σας είπα εγώ. 27 Ειρήνη αφήνω σ' εσάς, την ειρήνη τη δική μου δίνω σ' εσάς. εγώ δε σας δίνω ειρήνη καθώς ο κόσμος δίνει. Ας μην ταράζεται η καρδιά σας μήτε να δειλιάζει. 28 Ακούσατε ότι εγώ σας είπα: “Πηγαίνω και έρχομαι προς εσάς”. Αν με αγαπούσατε, θα χαιρόσασταν γιατί πορεύομαι προς τον Πατέρα, επειδή ο Πατέρας είναι μεγαλύτερός μου. 29 Και τώρα σας το έχω πει πριν γίνει, για να πιστέψετε όταν γίνει. 30 Δε θα μιλήσω ακόμα πολλά μαζί σας, γιατί έρχεται ο άρχοντας του κόσμου. Και δεν έχει καμιά εξουσία σ' εμένα, 31 αλλά για να γνωρίσει ο κόσμος ότι αγαπώ τον Πατέρα, και καθώς μου έδωσε εντολή ο Πατέρας, έτσι κάνω. Σηκώνεστε, ας φεύγουμε από εδώ».



Read more »

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ

  Αρχαίο Κείμενο 

14:1 Μη ταρασσέσθω υμων η καρδία. πιστεύετε εις τον θεόν, και εις εμε πιστεύετε. 2 εν τη οικία του πατρός μου μοναι πολλαί εισιν. ει δε μή, ειπον αν υμιν οτι πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμιν; 3 και εαν πορευθω και ετοιμάσω τόπον υμιν, πάλιν ερχομαι και παραλήμψομαι υμας προς εμαυτόν, ινα οπου ειμι εγω και υμεις ητε. 4 και οπου εγω υπάγω οιδατε την οδόν. 5 Λέγει αυτω Θωμας, Κύριε, ουκ οιδαμεν που υπάγεις. πως δυνάμεθα την οδον ειδέναι; 6 λέγει αυτω ο Ιησους, Εγώ ειμι η οδος και η αλήθεια και η ζωή. ουδεις ερχεται προς τον πατέρα ει μη δι' εμου. 7 ει εγνώκατέ με, και τον πατέρα μου γνώσεσθε. και απ' αρτι γινώσκετε αυτον και εωράκατε αυτόν. 8 λέγει αυτω Φίλιππος, Κύριε, δειξον ημιν τον πατέρα, και αρκει ημιν. 9 λέγει αυτω ο Ιησους, Τοσούτω χρόνω μεθ' υμων ειμι και ουκ εγνωκάς με, Φίλιππε; ο εωρακως εμε εώρακεν τον πατέρα. πως συ λέγεις, Δειξον ημιν τον πατέρα; 10 ου πιστεύεις οτι εγω εν τω πατρι και ο πατηρ εν εμοί εστιν; τα ρήματα α εγω λέγω υμιν απ' εμαυτου ου λαλω. ο δε πατηρ εν εμοι μένων ποιει τα εργα αυτου. 11 πιστεύετέ μοι οτι εγω εν τω πατρι και ο πατηρ εν εμοί. ει δε μή, δια τα εργα αυτα πιστεύετε. 12 αμην αμην λέγω υμιν, ο πιστεύων εις εμε τα εργα α εγω ποιω κακεινος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει, οτι εγω προς τον πατέρα πορεύομαι. 13 και ο τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου τουτο ποιήσω, ινα δοξασθη ο πατηρ εν τω υιω. 14 εάν τι αιτήσητέ με εν τω ονόματί μου εγω ποιήσω. 15 Εαν αγαπατέ με, τας εντολας τας εμας τηρήσετε. 16 καγω ερωτήσω τον πατέρα και αλλον παράκλητον δώσει υμιν ινα μεθ' υμων εις τον αιωνα η, 17 το πνευμα της αληθείας, ο ο κόσμος ου δύναται λαβειν, οτι ου θεωρει αυτο ουδε γινώσκει. υμεις γινώσκετε αυτό, οτι παρ' υμιν μένει και εν υμιν εσται. 18 Ουκ αφήσω υμας ορφανούς, ερχομαι προς υμας. 19 ετι μικρον και ο κόσμος με ουκέτι θεωρει, υμεις δε θεωρειτέ με, οτι εγω ζω και υμεις ζήσετε. 20 εν εκείνη τη ημέρα γνώσεσθε υμεις οτι εγω εν τω πατρί μου και υμεις εν εμοι καγω εν υμιν. 21 ο εχων τας εντολάς μου και τηρων αυτας εκεινός εστιν ο αγαπων με. ο δε αγαπων με αγαπηθήσεται υπο του πατρός μου, καγω αγαπήσω αυτον και εμφανίσω αυτω εμαυτόν. 22 Λέγει αυτω Ιούδας, ουχ ο Ισκαριώτης, Κύριε, και τί γέγονεν οτι ημιν μέλλεις εμφανίζειν σεαυτον και ουχι τω κόσμω; 23 απεκρίθη Ιησους και ειπεν αυτω, Εάν τις αγαπα με τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτον ελευσόμεθα και μονην παρ' αυτω ποιησόμεθα. 24 ο μη αγαπων με τους λόγους μου ου τηρει. και ο λόγος ον ακούετε ουκ εστιν εμος αλλα του πέμψαντός με πατρός. 25 Ταυτα λελάληκα υμιν παρ' υμιν μένων. 26 ο δε παράκλητος, το πνευμα το αγιον ο πέμψει ο πατηρ εν τω ονόματί μου, εκεινος υμας διδάξει πάντα και υπομνήσει υμας πάντα α ειπον υμιν εγώ. 27 Ειρήνην αφίημι υμιν, ειρήνην την εμην δίδωμι υμιν. ου καθως ο κόσμος δίδωσιν εγω δίδωμι υμιν. μη ταρασσέσθω υμων η καρδία μηδε δειλιάτω. 28 ηκούσατε οτι εγω ειπον υμιν, Υπάγω και ερχομαι προς υμας. ει ηγαπατέ με εχάρητε αν, οτι πορεύομαι προς τον πατέρα, οτι ο πατηρ μείζων μού εστιν. 29 και νυν ειρηκα υμιν πριν γενέσθαι, ινα οταν γένηται πιστεύσητε. 30 ουκέτι πολλα λαλήσω μεθ' υμων, ερχεται γαρ ο του κόσμου αρχων. και εν εμοι ουκ εχει ουδέν, 31 αλλ ινα γνω ο κόσμος οτι αγαπω τον πατέρα, και καθως ενετείλατο μοι ο πατήρ, ουτως ποιω. Εγείρεσθε, αγωμεν εντευθεν.
Read more »

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΛΛΗΝΙΚΗ


Απόδοση στη νεολληνική:
Ο Ιησούς πλένει τα πόδια των μαθητών
13
ΙΩΑΝΝΗΣ (IN.) 13 
Και πριν από την εορτή του Πάσχα, ξέροντας ο Ιησούς ότι ήρθε η ώρα του να φύγει από τον κόσμο τούτο και να πάει προς τον Πατέρα, αγάπησε τους δικούς του που ήταν στον κόσμο και ολοκληρωτικά τους αγάπησε. 2 Και ενώ γινόταν το δείπνο, όταν ο Διάβολος ήδη είχε βάλει στην καρδιά του Ιούδα, του γιου του Σίμωνα του Ισκαριώτη, να τον παραδώσει, 3 επειδή ήξερε ο Ιησούς ότι όλα του τα έδωσε ο Πατέρας στα χέρια του και ότι από το Θεό εξήλθε και προς το Θεό πηγαίνει, 4 σηκώνεται από το δείπνο και θέτει κάπου τα εξωτερικά του ρούχα και, αφού έλαβε μια πετσέτα, έζωσε γύρω τον εαυτό του. 5 Έπειτα βάζει νερό στο νιπτήρα και άρχισε να νίβει τα πόδια των μαθητών του και να τα σκουπίζει με την πετσέτα που ήταν γύρω ζωσμένος. 6 Έρχεται λοιπόν προς το Σίμωνα Πέτρο. Εκείνος του λέει: «Κύριε, εσύ μου νίβεις τα πόδια;» 7 Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Αυτό που εγώ κάνω εσύ δεν το ξέρεις τώρα. θα το καταλάβεις όμως μετά από αυτά». 9 Του λέει ο Πέτρος: «Δε θα μου νίψεις τα πόδια στον αιώνα». Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Αν δε σε νίψω, δεν έχεις μέρος μαζί μου». 9 Του λέει ο Σίμωνας Πέτρος: «Κύριε, τότε όχι τα πόδια μου μόνο, αλλά και τα χέρια και το κεφάλι». 10 Του λέει ο Ιησούς: «Ο λουσμένος δεν έχει ανάγκη παρά μόνο τα πόδια να νίψει, γιατί αλλιώς είναι καθαρός όλος. Και εσείς είστε καθαροί, αλλά όχι όλοι». 11 Επειδή ήξερε εκείνον που θα τον παράδινε, γι' αυτό είπε: «Δεν είστε όλοι καθαροί». 
12 Όταν λοιπόν ένιψε τα πόδια τους και έλαβε τα ρούχα του και κάθισε πάλι, για να φάει, τους είπε: «Καταλαβαίνετε τι σας έχω κάνει; 13 Εσείς με φωνάζετε, “ο Δάσκαλος” και “ο Κύριος”, και καλά λέτε, γιατί είμαι. 14 Αν λοιπόν εγώ σας ένιψα τα πόδια, ο Κύριος και ο Δάσκαλος, και εσείς οφείλετε να νίβετε τα πόδια ο ένας στον άλλο. 15 Γιατί σας έδωσα παράδειγμα, για να κάνετε και εσείς καθώς εγώ σας έκανα. 16 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, δεν υπάρχει δούλος μεγαλύτερος από τον Κύριό του ούτε απόστολος μεγαλύτερος από εκείνον που τον έστειλε. 17 Αν ξέρετε αυτά, είστε μακάριοι αν τα κάνετε. 18 Δε λέω για όλους σας. εγώ ξέρω ποιους εξέλεξα. Αλλά θα γίνει ό,τι γίνει, για να εκπληρωθεί η Γραφή: Αυτός που μου τρώει τον άρτο σήκωσε εναντίον μου τη φτέρνα του. 19 Από τώρα σας το λέω προτού να γίνει, για να πιστέψετε, όταν γίνει, ότι Εγώ Είμαι. 20 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αν στείλω κάποιον, εκείνος που τον δέχεται δέχεται εμένα. Και εκείνος που δέχεται εμένα δέχεται αυτόν που με έστειλε».
Ο Ιησούς προλέγει ότι θα προδοθεί
(Μτ. 26:20-25, Μκ. 14:17-21, Λκ. 22:21-23)
21 Αφού είπε αυτά ο Ιησούς, ταράχτηκε στο πνεύμα του και μαρτύρησε και είπε: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, ένας από εσάς θα με προδώσει». 22 Έβλεπαν ο ένας τον άλλο οι μαθητές και απορούσαν για ποιον το λέει. 23 Ήταν ξαπλωμένος ένας από τους μαθητές του μέσα στην αγκαλιά του Ιησού, αυτός που τον αγαπούσε ο Ιησούς. 24 Γνέφει τότε σ' αυτόν ο Σίμωνας Πέτρος, να ρωτήσει να μάθει ποιος μπορούσε να είναι αυτός για τον οποίο το λέει. 25 Έτσι, λοιπόν, έπεσε εκείνος πάνω στο στήθος του Ιησού και του λέει: «Κύριε, ποιος είναι;» 26 Αποκρίνεται ο Ιησούς: «Είναι εκείνος για τον οποίο εγώ θα βουτήξω το ψωμί στο φαγητό και θα του το δώσω». Αφού βούτηξε λοιπόν το ψωμί, το λαβαίνει και το δίνει στον Ιούδα, το γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη. 27 Και μετά το ψωμί, τότε εισήλθε σ' εκείνον ο Σατανάς. Του λέει λοιπόν ο Ιησούς: «Αυτό που θέλεις να κάνεις, κάνε το πιο γρήγορα». 28 Αυτό, όμως, κανείς δεν το κατάλαβε από εκείνους που κάθονταν για να φάνε, γιατί του το είπε. 29 Μερικοί μάλιστα νόμιζαν, επειδή το ταμείο είχε ο Ιούδας, ότι του είπε ο Ιησούς: “Αγόρασε όσα έχουμε ανάγκη στην εορτή” ή στους φτωχούς να δώσει κάτι. 30 Όταν έλαβε λοιπόν το ψωμί, εκείνος εξήλθε ευθύς. και ήταν νύχτα.
Η νέα εντολή
31 Όταν λοιπόν εξήλθε, λέει ο Ιησούς: «Τώρα δοξάστηκε ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός δοξάστηκε μέσω αυτού. 32 Αν ο Θεός δοξάστηκε μέσω αυτού, και ο Θεός θα τον δοξάσει μέσω του εαυτού του, και μάλιστα ευθύς θα τον δοξάσει. 33 Παιδάκια μου, ακόμα για λίγο είμαι μαζί σας. Θα με ζητήσετε και, καθώς είπα στους Ιουδαίους, “όπου εγώ πηγαίνω εσείς δε δύναστε να έρθετε”, και σ' εσάς το λέω τώρα. 34 Εντολή καινούργια σας δίνω: να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Καθώς αγάπησα εσάς, έτσι κι εσείς να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. 35 Με αυτό θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, αν αγάπη έχετε ο ένας για τον άλλο».
Προλέγεται η άρνηση του Πέτρου
(Μτ. 26:31-35, Μκ. 14:27-31, Λκ. 22:31-34)
36 Του λέει ο Σίμωνας Πέτρος: «Κύριε, πού πηγαίνεις;» Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Εκεί όπου πηγαίνω δε δύνασαι τώρα να με ακολουθήσεις, θα με ακολουθήσεις όμως ύστερα». 37 Του λέει ο Πέτρος: «Κύριε, γιατί δε δύναμαι να σε ακολουθήσω τώρα; Τη ζωή μου θα θυσιάσω για σένα». 38 Αποκρίνεται ο Ιησούς: «Τη ζωή σου θα θυσιάσεις για μένα; Αλήθεια, αλήθεια σου λέω, δε θα λαλήσει ο πετεινός, ωσότου με αρνηθείς τρεις φορές».


Read more »

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ

  Αρχαίο Κείμενο 

   13:1 Προ δε της εορτης του πάσχα ειδως ο Ιησους οτι ηλθεν αυτου η ωρα ινα μεταβη εκ του κόσμου τούτου προς τον πατέρα, αγαπήσας τους ιδίους τους εν τω κόσμω, εις τέλος ηγάπησεν αυτούς. 2 και δείπνου γινομένου, του διαβόλου ηδη βεβληκότος εις την καρδίαν ινα παραδοι αυτον Ιούδας Σίμωνος Ισκαριώτου, 3 ειδως οτι πάντα εδωκεν αυτω ο πατηρ εις τας χειρας και οτι απο θεου εξηλθεν και προς τον θεον υπάγει, 4 εγείρεται εκ του δείπνου και τίθησιν τα ιμάτια, και λαβων λέντιον διέζωσεν εαυτόν. 5 ειτα βάλλει υδωρ εις τον νιπτηρα και ηρξατο νίπτειν τους πόδας των μαθητων και εκμάσσειν τω λεντίω ω ην διεζωσμένος. 6 ερχεται ουν προς Σίμωνα Πέτρον. λέγει αυτω, Κύριε, σύ μου νίπτεις τους πόδας; 7 απεκρίθη Ιησους και ειπεν αυτω, Ο εγω ποιω συ ουκ οιδας αρτι, γνώση δε μετα ταυτα. 8 λέγει αυτω Πέτρος, Ου μη νίψης μου τους πόδας εις τον αιωνα. απεκρίθη Ιησους αυτω, Εαν μη νίψω σε, ουκ εχεις μέρος μετ' εμου. 9 λέγει αυτω Σίμων Πέτρος, Κύριε, μη τους πόδας μου μόνον αλλα και τας χειρας και την κεφαλήν. 10 λέγει αυτω ο Ιησους, Ο λελουμένος ουκ εχει χρείαν ει μη τους πόδας νίψασθαι, αλλ εστιν καθαρος ολος. και υμεις καθαροί εστε, αλλ ουχι πάντες. 11 ηδει γαρ τον παραδιδόντα αυτόν. δια τουτο ειπεν οτι Ουχι πάντες καθαροί εστε. 12 Οτε ουν ενιψεν τους πόδας αυτων και ελαβεν τα ιμάτια αυτου και ανέπεσεν πάλιν, ειπεν αυτοις, Γινώσκετε τί πεποίηκα υμιν; 13 υμεις φωνειτέ με Ο διδάσκαλος και Ο κύριος, και καλως λέγετε, ειμι γάρ. 14 ει ουν εγω ενιψα υμων τους πόδας ο κύριος και ο διδάσκαλος, και υμεις οφείλετε αλλήλων νίπτειν τους πόδας. 15 υπόδειγμα γαρ εδωκα υμιν ινα καθως εγω εποίησα υμιν και υμεις ποιητε. 16 αμην αμην λέγω υμιν, ουκ εστιν δουλος μείζων του κυρίου αυτου ουδε απόστολος μείζων του πέμψαντος αυτόν. 17 ει ταυτα οιδατε, μακάριοί εστε εαν ποιητε αυτά. 18 ου περι πάντων υμων λέγω. εγω οιδα τίνας εξελεξάμην. αλλ ινα η γραφη πληρωθη, Ο τρώγων μου τον αρτον επηρεν επ' εμε την πτέρναν αυτου. 19 απ' αρτι λέγω υμιν προ του γενέσθαι, ινα πιστεύσητε οταν γένηται οτι εγώ ειμι. 20 αμην αμην λέγω υμιν, ο λαμβάνων αν τινα πέμψω εμε λαμβάνει, ο δε εμε λαμβάνων λαμβάνει τον πέμψαντά με. 21 Ταυτα ειπων ο Ιησους εταράχθη τω πνεύματι και εμαρτύρησεν και ειπεν, Αμην αμην λέγω υμιν οτι εις εξ υμων παραδώσει με. 22 εβλεπον εις αλλήλους οι μαθηται απορούμενοι περι τίνος λέγει. 23 ην ανακείμενος εις εκ των μαθητων αυτου εν τω κόλπω του Ιησου, ον ηγάπα ο Ιησους. 24 νεύει ουν τούτω Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς αν ειη περι ου λέγει. 25 αναπεσων ουν εκεινος ουτως επι το στηθος του Ιησου λέγει αυτω, Κύριε, τίς εστιν; 26 αποκρίνεται ο Ιησους, Εκεινός εστιν ω εγω βάψω το ψωμίον και δώσω αυτω. βάψας ουν το ψωμίον λαμβάνει και δίδωσιν Ιούδα Σίμωνος Ισκαριώτου. 27 και μετα το ψωμίον τότε εισηλθεν εις εκεινον ο Σατανας. λέγει ουν αυτω ο Ιησους, Ο ποιεις ποίησον τάχιον. 28 τουτο δε ουδεις εγνω των ανακειμένων προς τί ειπεν αυτω. 29 τινες γαρ εδόκουν, επει το γλωσσόκομον ειχεν Ιούδας, οτι λέγει αυτω ο Ιησους, Αγόρασον ων χρείαν εχομεν εις την εορτήν, η τοις πτωχοις ινα τι δω. 30 λαβων ουν το ψωμίον εκεινος εξηλθεν ευθύς. ην δε νύξ. 31 Οτε ουν εξηλθεν λέγει Ιησους, Νυν εδοξάσθη ο υιος του ανθρώπου, και ο θεος εδοξάσθη εν αυτω. 32 ει ο θεος εδοξάσθη εν αυτω και ο θεος δοξάσει αυτον εν αυτω, και ευθυς δοξάσει αυτόν. 33 τεκνία, ετι μικρον μεθ' υμων ειμι. ζητήσετέ με, και καθως ειπον τοις Ιουδαίοις οτι Οπου εγω υπάγω υμεις ου δύνασθε ελθειν, και υμιν λέγω αρτι. 34 εντολην καινην δίδωμι υμιν, ινα αγαπατε αλλήλους. καθως ηγάπησα υμας ινα και υμεις αγαπατε αλλήλους. 35 εν τούτω γνώσονται πάντες οτι εμοι μαθηταί εστε, εαν αγάπην εχητε εν αλλήλοις. 36 Λέγει αυτω Σίμων Πέτρος, Κύριε, που υπάγεις; απεκρίθη αυτω Ιησους, Οπου υπάγω ου δύνασαί μοι νυν ακολουθησαι, ακολουθήσεις δε υστερον. 37 λέγει αυτω ο Πέτρος, Κύριε, δια τί ου δύναμαί σοι ακολουθησαι αρτι; την ψυχήν μου υπερ σου θήσω. 38 αποκρίνεται Ιησους, Την ψυχήν σου υπερ εμου θήσεις; αμην αμην λέγω σοι, ου μη αλέκτωρ φωνήση εως ου αρνήση με τρίς. 
Read more »

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΛΛΗΝΙΚΗ




Απόδοση στη νεολληνική:
Το μύρωμα στη Βηθανία από τη Μαρία
(Μτ. 26:6-13, Μκ. 14:3-9)
12
ΙΩΑΝΝΗΣ (IN.) 12 
Ο Ιησούς, λοιπόν, έξι ημέρες πριν από το Πάσχα ήρθε στη Βηθανία όπου ήταν ο Λάζαρος, τον οποίο έγειρε από τους νεκρούς ο Ιησούς. 2 Έκαναν τότε σ' αυτόν δείπνο εκεί και η Μάρθα διακονούσε, ενώ ο Λάζαρος ήταν ένας από εκείνους που κάθονταν, για να φάνε μαζί του. 3 Τότε η Μαρία, αφού έλαβε περίπου μισό κιλό υγρό πολύτιμο μύρο νάρδου, άλειψε τα πόδια του Ιησού και σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια του. Έτσι η οικία γέμισε από την οσμή του μύρου. 4 Λέει όμως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους μαθητές του, αυτός που έμελλε να τον παραδώσει: 5 «Γιατί τούτο το μύρο δεν πουλήθηκε για τριακόσια δηνάρια και δε δόθηκε στους φτωχούς;» 6 Και είπε αυτό, όχι επειδή τον έμελλε για τους φτωχούς, αλλά γιατί ήταν κλέφτης και, επειδή είχε το ταμείο, βάσταζε αυτά που έβαζαν μέσα. 7 Είπε τότε ο Ιησούς: «Άφησέ την, για να φροντίσει αυτό για την ημέρα του ενταφιασμού μου. 8 Γιατί τους φτωχούς πάντοτε τους έχετε μαζί σας, εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε».
Η συνωμοσία για να σκοτώσουν και το Λάζαρο
9 Πολύ πλήθος από τους Ιουδαίους έμαθε, λοιπόν, ότι είναι εκεί, και ήρθαν όχι μόνο για τον Ιησού, αλλά για να δουν και το Λάζαρο που τον έγειρε από τους νεκρούς. 10 Αποφάσισαν τότε οι αρχιερείς να σκοτώσουν και το Λάζαρο, 11 επειδή πολλοί από τους Ιουδαίους πήγαιναν γι' αυτόν και πίστευαν στον Ιησού.
Η θριαμβευτική είσοδος στην Ιερουσαλήμ
(Μτ. 21:1-11, Μκ. 11:1-11, Λκ. 19:28-40)
12 Την επόμενη ημέρα το πολύ πλήθος που ήρθε στην εορτή, όταν άκουσαν ότι ο Ιησούς έρχεται στα Ιεροσόλυμα, 13 έλαβαν τα βάγια των φοινίκων και εξήλθαν σε προϋπάντησή του και φώναζαν: 
«Ωσαννά! 
Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου!» 
Και: «Ο βασιλιάς του Ισραήλ!» 
14 Αφού βρήκε λοιπόν ο Ιησούς ένα γαϊδουράκι, κάθισε πάνω του καθώς είναι γραμμένο: 
15 Μη φοβάσαι, θυγατέρα Σιών. 
Ιδού, ο βασιλιάς σου έρχεται 
καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου. 
16 Αυτά δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του στην αρχή, αλλά όταν δοξάστηκε ο Ιησούς, τότε θυμήθηκαν ότι αυτά ήταν γραμμένα γι' αυτόν και ότι αυτά του έκαναν. 17 Το πλήθος, λοιπόν, που ήταν μαζί του, όταν φώναξε το Λάζαρο έξω από το μνήμα και τον έγειρε από τους νεκρούς, έδινε μαρτυρία γι' αυτό. 18 Γι' αυτό και τον προϋπάντησε το πλήθος, επειδή άκουσαν πως είχε κάνει αυτό το θαυματουργικό σημείο. 19 Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, είπαν μεταξύ τους: «Βλέπετε ότι δεν είστε ωφέλιμοι σε τίποτα. να, ο κόσμος έφυγε πίσω του».
Έλληνες Ιουδαίοι ζητούν να δουν τον Ιησού
20 Ήταν τότε μερικοί Έλληνες από εκείνους που ανέβαιναν για να προσκυνήσουν στην εορτή. 21 Αυτοί λοιπόν πλησίασαν το Φίλιππο, που ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού». 22 Έρχεται ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα. Έρχονται ο Ανδρέας και ο Φίλιππος και το λένε στον Ιησού. 23 Τότε ο Ιησούς τούς αποκρίνεται λέγοντας: «Έχει έρθει η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του ανθρώπου. 24 Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, αν δεν πεθάνει ο κόκκος του σίτου όταν πέσει στη γη, αυτός μόνος μένει. Αν όμως πεθάνει, φέρει πολύ καρπό. 25 Εκείνος που αγαπά τη ζωή του τη χάνει. κι εκείνος που μισεί τη ζωή του στον κόσμο τούτο θα τη φυλάξει σε ζωή αιώνια. 26 Αν κάποιος εμένα διακονεί, εμένα ας ακολουθεί, και όπου είμαι εγώ εκεί θα είναι και ο διάκονος ο δικός μου. Αν κάποιος εμένα διακονεί, θα τον τιμήσει ο Πατέρας».
Ο Υιός του ανθρώπου πρέπει να υψωθεί
27 «Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη, και τι να πω; “Πατέρα, σώσε με από την ώρα αυτή”; Αλλά γι' αυτό ήρθα μέχρι την ώρα αυτή. 28 Πατέρα, δόξασε το όνομά σου!» Ήρθε τότε φωνή από τον ουρανό: «Και το δόξασα και πάλι θα το δοξάσω». 29 Το πλήθος, λοιπόν, που είχε σταθεί και άκουσε έλεγε ότι βροντή έχει γίνει. Άλλοι έλεγαν: «Άγγελος του έχει μιλήσει». 30 Αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε: «Δεν έχει γίνει για μένα η φωνή αυτή, αλλά για σας. 31 Τώρα γίνεται κρίση του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχοντας του κόσμου τούτου θα πεταχτεί έξω. 32 Κι εγώ, όταν υψωθώ από τη γη, όλους θα ελκύσω προς τον εαυτό μου». 33 Αυτό λοιπόν το έλεγε, δίνοντας σημάδι με ποιο θάνατο έμελλε να πεθάνει. 34 Τότε του αποκρίθηκε το πλήθος: «Εμείς ακούσαμε από το νόμο ότι ο Χριστός μένει στον αιώνα. Τότε, πώς εσύ λες ότι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου; Ποιος είναι αυτός ο Υιός του ανθρώπου;» 35 Ο Ιησούς, λοιπόν, είπε σ' αυτούς: «Ακόμη λίγο χρόνο το φως είναι μεταξύ σας. Περπατάτε όσο έχετε το φως, για να μη σας κυριέψει το σκοτάδι. Και όποιος περπατά στο σκοτάδι δεν ξέρει πού πηγαίνει. 36 Όσο έχετε το φως, πιστεύετε στο φως, για να γίνετε γιοι φωτός».
Η απιστία των Ιουδαίων
37 Αυτά λάλησε ο Ιησούς και, αφού έφυγε, κρύφτηκε από αυτούς. 37 Ενώ τόσο πολλά θαυματουργικά σημεία είχε κάνει μπροστά τους, δεν πίστευαν σ' αυτόν, 38 για να εκπληρωθεί ο λόγος που είπε ο Ησαΐας ο προφήτης: 
Κύριε, ποιος πίστεψε στο άκουσμα του κηρύγματός μας; 
Και ο βραχίονας του Κυρίου 
σε ποιον αποκαλύφτηκε; 
39 Γι' αυτό δεν μπορούσαν να πιστεύουν, επειδή πάλι είπε ο Ησαΐας: 
40 Έχει τυφλώσει τους οφθαλμούς τους 
και πώρωσε την καρδιά τους, 
για να μη δουν με τους οφθαλμούς 
και νοήσουν με την καρδιά και στραφούν, 
και τους γιατρέψω. 
41 Αυτά είπε ο Ησαΐας, γιατί είδε τη δόξα του και μίλησε γι' αυτόν. 42 Όμως παρόλ' αυτά και από τους άρχοντες πολλοί πίστεψαν σ' αυτόν, αλλά εξαιτίας των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν, για να μη γίνουν αποσυνάγωγοι. 43 Γιατί αγάπησαν περισσότερο τη δόξα των ανθρώπων παρά, βεβαίως, τη δόξα του Θεού.
Ο λόγος του Ιησού θα κρίνει τους ανθρώπους
44 Ο Ιησούς λοιπόν φώναξε και είπε: «Όποιος πιστεύει σ' εμένα δεν πιστεύει σ' εμένα, αλλά σ' αυτόν που με έστειλε. 45 Και εκείνος που βλέπει εμένα βλέπει αυτόν που με έστειλε. 46 Εγώ έχω έρθει, για να είμαι φως στον κόσμο, για να μη μείνει στο σκοτάδι καθένας που πιστεύει σ' εμένα. 47 Και αν κάποιος ακούσει τα λόγια μου και δεν τα φυλάξει, εγώ δεν τον κρίνω. Επειδή δεν ήρθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο. 48 Εκείνος που με απορρίπτει και δε λαβαίνει τα λόγια μου, έχει αυτόν που τον κρίνει: ο λόγος που μίλησα, εκείνος θα τον κρίνει κατά την έσχατη ημέρα. 49 Γιατί εγώ από τον εαυτό μου δε μίλησα, αλλά ο Πατέρας που με έστειλε, αυτός μου έχει δώσει εντολή τι να πω και τι να μιλήσω. 50 Και ξέρω ότι η εντολή του είναι ζωή αιώνια. Αυτά λοιπόν που εγώ μιλώ, καθώς μου τα έχει πει ο Πατέρας, έτσι μιλώ».

Read more »

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ


  Αρχαίο Κείμενο 
  12:1 Ο ουν Ιησους προ εξ ημερων του πάσχα ηλθεν εις Βηθανίαν, οπου ην Λάζαρος, ον ηγειρεν εκ νεκρων Ιησους. 2 εποίησαν ουν αυτω δειπνον εκει, και η Μάρθα διηκόνει, ο δε Λάζαρος εις ην εκ των ανακειμένων συν αυτω. 3 η ουν Μαριαμ λαβουσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικης πολυτίμου ηλειψεν τους πόδας του Ιησου και εξέμαξεν ταις θριξιν αυτης τους πόδας αυτου. η δε οικία επληρώθη εκ της οσμης του μύρου. 4 λέγει δε Ιούδας ο Ισκαριώτης εις εκ των μαθητων αυτου, ο μέλλων αυτον παραδιδόναι, 5 Δια τί τουτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοις; 6 ειπεν δε τουτο ουχ οτι περι των πτωχων εμελεν αυτω αλλ οτι κλέπτης ην και το γλωσσόκομον εχων τα βαλλόμενα εβάσταζεν. 7 ειπεν ουν ο Ιησους, Αφες αυτήν, ινα εις την ημέραν του ενταφιασμου μου τηρήση αυτό. 8 τους πτωχους γαρ πάντοτε εχετε μεθ' εαυτων, εμε δε ου πάντοτε εχετε. 9 Εγνω ουν ο οχλος πολυς εκ των Ιουδαίων οτι εκει εστιν, και ηλθον ου δια τον Ιησουν μόνον αλλ ινα και τον Λάζαρον ιδωσιν ον ηγειρεν εκ νεκρων. 10 εβουλεύσαντο δε οι αρχιερεις ινα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, 11 οτι πολλοι δι' αυτον υπηγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησουν. 12 Τη επαύριον ο οχλος πολυς ο ελθων εις την εορτήν, ακούσαντες οτι ερχεται ο Ιησους εις Ιεροσόλυμα, 13 ελαβον τα βαϊα των φοινίκων και εξηλθον εις υπάντησιν αυτω, και εκραύγαζον, Ωσαννά. ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι κυρίου, και ο βασιλευς του Ισραήλ. 14 ευρων δε ο Ιησους ονάριον εκάθισεν επ' αυτό, καθώς εστιν γεγραμμένον, 15 Μη φοβου, θυγάτηρ Σιών. ιδου ο βασιλεύς σου ερχεται, καθήμενος επι πωλον ονου. 16 ταυτα ουκ εγνωσαν αυτου οι μαθηται το πρωτον, αλλ οτε εδοξάσθη Ιησους τότε εμνήσθησαν οτι ταυτα ην επ' αυτω γεγραμμένα και ταυτα εποίησαν αυτω. 17 εμαρτύρει ουν ο οχλος ο ων μετ' αυτου οτε τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ηγειρεν αυτον εκ νεκρων. 18 δια τουτο και υπήντησεν αυτω ο οχλος οτι ηκουσαν τουτο αυτον πεποιηκέναι το σημειον. 19 οι ουν Φαρισαιοι ειπαν προς εαυτούς, Θεωρειτε οτι ουκ ωφελειτε ουδέν. ιδε ο κόσμος οπίσω αυτου απηλθεν. 20 Ησαν δε Ελληνές τινες εκ των αναβαινόντων ινα προσκυνήσωσιν εν τη εορτη. 21 ουτοι ουν προσηλθον Φιλίππω τω απο Βηθσαϊδα της Γαλιλαίας, και ηρώτων αυτον λέγοντες, Κύριε, θέλομεν τον Ιησουν ιδειν. 22 ερχεται ο Φίλιππος και λέγει τω Ανδρέα. ερχεται Ανδρέας και Φίλιππος και λέγουσιν τω Ιησου. 23 ο δε Ιησους αποκρίνεται αυτοις λέγων, Ελήλυθεν η ωρα ινα δοξασθη ο υιος του ανθρώπου. 24 αμην αμην λέγω υμιν, εαν μη ο κόκκος του σίτου πεσων εις την γην αποθάνη, αυτος μόνος μένει. εαν δε αποθάνη, πολυν καρπον φέρει. 25 ο φιλων την ψυχην αυτου απολλύει αυτήν, και ο μισων την ψυχην αυτου εν τω κόσμω τούτω εις ζωην αιώνιον φυλάξει αυτήν. 26 εαν εμοί τις διακονη, εμοι ακολουθείτω, και οπου ειμι εγω εκει και ο διάκονος ο εμος εσται. εάν τις εμοι διακονη τιμήσει αυτον ο πατήρ. 27 Νυν η ψυχή μου τετάρακται. και τί ειπω; Πάτερ, σωσόν με εκ της ωρας ταύτης; αλλα δια τουτο ηλθον εις την ωραν ταύτην. 28 πάτερ, δόξασόν σου το ονομα. ηλθεν ουν φωνη εκ του ουρανου, Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω. 29 ο ουν οχλος ο εστως και ακούσας ελεγεν βροντην γεγονέναι. αλλοι ελεγον, Αγγελος αυτω λελάληκεν. 30 απεκρίθη Ιησους και ειπεν, Ου δι' εμε η φωνη αυτη γέγονεν αλλα δι' υμας. 31 νυν κρίσις εστιν του κόσμου τούτου, νυν ο αρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται εξω. 32 καγω εαν υψωθω εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν. 33 τουτο δε ελεγεν σημαίνων ποίω θανάτω ημελλεν αποθνήσκειν. 34 απεκρίθη ουν αυτω ο οχλος, Ημεις ηκούσαμεν εκ του νόμου οτι ο Χριστος μένει εις τον αιωνα, και πως λέγεις συ οτι δει υψωθηναι τον υιον του ανθρώπου; τίς εστιν ουτος ο υιος του ανθρώπου; 35 ειπεν ουν αυτοις ο Ιησους, Ετι μικρον χρόνον το φως εν υμιν εστιν. περιπατειτε ως το φως εχετε, ινα μη σκοτία υμας καταλάβη. και ο περιπατων εν τη σκοτία ουκ οιδεν που υπάγει. 36 ως το φως εχετε, πιστεύετε εις το φως, ινα υιοι φωτος γένησθε. Ταυτα ελάλησεν Ιησους, και απελθων εκρύβη απ' αυτων. 37 Τοσαυτα δε αυτου σημεια πεποιηκότος εμπροσθεν αυτων ουκ επίστευον εις αυτόν, 38 ινα ο λόγος Ησαϊου του προφήτου πληρωθη ον ειπεν, Κύριε, τίς επίστευσεν τη ακοη ημων; και ο βραχίων κυρίου τίνι απεκαλύφθη; 39 δια τουτο ουκ ηδύναντο πιστεύειν, οτι πάλιν ειπεν Ησαϊας, 40 Τετύφλωκεν αυτων τους οφθαλμους και επώρωσεν αυτων την καρδίαν, ινα μη ιδωσιν τοις οφθαλμοις και νοήσωσιν τη καρδία και στραφωσιν, και ιάσομαι αυτούς. 41 ταυτα ειπεν Ησαϊας, οτι ειδεν την δόξαν αυτου, και ελάλησεν περι αυτου. 42 ομως μέντοι και εκ των αρχόντων πολλοι επίστευσαν εις αυτόν, αλλα δια τους Φαρισαίους ουχ ωμολόγουν ινα μη αποσυνάγωγοι γένωνται. 43 ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων μαλλον ηπερ την δόξαν του θεου. 44 Ιησους δε εκραξεν και ειπεν, Ο πιστεύων εις εμε ου πιστεύει εις εμε αλλα εις τον πέμψαντά με, 45 και ο θεωρων εμε θεωρει τον πέμψαντά με. 46 εγω φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ινα πας ο πιστεύων εις εμε εν τη σκοτία μη μείνη. 47 και εάν τίς μου ακούση των ρημάτων και μη φυλάξη, εγω ου κρίνω αυτόν, ου γαρ ηλθον ινα κρίνω τον κόσμον αλλ ινα σώσω τον κόσμον. 48 ο αθετων εμε και μη λαμβάνων τα ρήματά μου εχει τον κρίνοντα αυτόν. ο λόγος ον ελάλησα εκεινος κρινει αυτον εν τη εσχάτη ημέρα. 49 οτι εγω εξ εμαυτου ουκ ελάλησα, αλλ' ο πέμψας με πατηρ αυτός μοι εντολην δέδωκεν τί ειπω και τί λαλήσω. 50 και οιδα οτι η εντολη αυτου ζωη αιώνιός εστιν. α ουν εγω λαλω, καθως ειρηκέν μοι ο πατήρ, ουτως λαλω.
Read more »

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΛΛΗΝΙΚΗ



Απόδοση στη νεολληνική:
Ο θάνατος του Λαζάρου
11
ΙΩΑΝΝΗΣ (IN.) 11 
Ήταν τότε κάποιος που ασθενούσε, ο Λάζαρος από τη Βηθανία, από το χωριό της Μαρίας και της Μάρθας της αδελφής της. 2 Και ήταν η Μαρία εκείνη που άλειψε τον Κύριο με μύρο και σκούπισε τα πόδια του με τα μαλλιά της, της οποίας ο αδελφός της ο Λάζαρος ασθενούσε. 3 Απέστειλαν ανθρώπους, λοιπόν, οι αδελφές προς αυτόν και έλεγαν: «Κύριε, δες, αυτός που αγαπάς ασθενεί». 4 Όταν το άκουσε τότε ο Ιησούς, είπε: «Αυτή η ασθένεια δεν είναι για θάνατο, αλλά για τη δόξα του Θεού, για να δοξασθεί ο Υιός του Θεού μέσω αυτής». 5 Μάλιστα ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδελφή της και το Λάζαρο. 6 Μόλις λοιπόν άκουσε ότι ασθενεί, τότε έμεινε στον τόπο όπου ήταν δύο ημέρες. 7 Έπειτα, μετά από αυτό, λέει στους μαθητές: «Ας πηγαίνουμε στην Ιουδαία πάλι». 8 Του λένε οι μαθητές: «Ραβί, τώρα ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι, και πάλι πηγαίνεις εκεί;» 9 Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Δεν είναι δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Αν κάποιος περπατά την ημέρα, δε σκοντάφτει, γιατί το φως του κόσμου τούτου βλέπει. 10 Αν όμως κάποιος περπατά τη νύχτα, σκοντάφτει, γιατί το φως δεν είναι με αυτόν». 11 Αυτά είπε, και μετά από αυτό τους λέει: «Ο Λάζαρος ο φίλος μας έχει κοιμηθεί, αλλά πορεύομαι για να τον ξυπνήσω». 12 Του είπαν λοιπόν οι μαθητές: «Κύριε, αν έχει κοιμηθεί, θα σωθεί». 13 Ο Ιησούς όμως είχε μιλήσει για το θάνατό του. Ενώ εκείνοι νόμισαν ότι μιλάει για την κοίμηση του ύπνου. 14 Τότε λοιπόν τους είπε ο Ιησούς καθαρά: «Ο Λάζαρος πέθανε, 15 και χαίρομαι για σας, για να πιστέψετε, επειδή δεν ήμουν εκεί. Αλλά ας πηγαίνουμε προς αυτόν». 16 Είπε τότε ο Θωμάς, ο λεγόμενος Δίδυμος, στους συμμαθητές του: «Ας πηγαίνουμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί του».
Ο Ιησούς είναι η Ανάσταση και η Ζωή
17 Όταν ήρθε λοιπόν ο Ιησούς, τον βρήκε ήδη τέσσερις ημέρες να είναι στο μνήμα. 18 Και η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα σε απόσταση μικρότερη από τρία χιλιόμετρα. 19 Και πολλοί από τους Ιουδαίους είχαν έρθει προς τη Μάρθα και τη Μαρία, για να τις παρηγορήσουν για τον αδελφό τους. 20 Η Μάρθα, λοιπόν, μόλις άκουσε ότι ο Ιησούς έρχεται, τον προϋπάντησε. Και η Μαρία καθόταν μέσα στον οίκο. 21 Είπε τότε η Μάρθα προς τον Ιησού: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα πέθαινε ο αδελφός μου. 22 Αλλά και τώρα ξέρω ότι όσα ζητήσεις από το Θεό, θα σου τα δώσει ο Θεός». 23 Της λέει ο Ιησούς: «Θα αναστηθεί ο αδελφός σου». 24 Του λέει η Μάρθα: «Ξέρω ότι θα αναστηθεί κατά την ανάσταση, την έσχατη ημέρα». 25 Της είπε ο Ιησούς: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή. Όποιος πιστεύει σ' εμένα κι αν πεθάνει θα ζήσει, 26 και καθένας που ζει και πιστεύει σ' εμένα δε θα πεθάνει στον αιώνα. Το πιστεύεις αυτό;» 27 Του λέει: «Ναι, Κύριε. Εγώ έχω πιστέψει ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος στον κόσμο».
Ο Ιησούς δακρύζει
28 Και όταν είπε αυτό, έφυγε και φώναξε τη Μαρία την αδελφή της κρυφά και της είπε: «Ο δάσκαλος είναι εδώ και σε φωνάζει». 29 Εκείνη τότε, μόλις το άκουσε, σηκώθηκε γρήγορα και ερχόταν προς αυτόν. 30 Ακόμα, λοιπόν, ο Ιησούς δεν είχε έρθει στο χωριό, αλλά ήταν ακόμα στον τόπο όπου τον προϋπάντησε η Μάρθα. 31 Οι Ιουδαίοι, τότε, που ήταν μαζί της στην οικία και την παρηγορούσαν, όταν είδαν τη Μαρία ότι γρήγορα σηκώθηκε και εξήλθε, την ακολούθησαν, επειδή νόμισαν ότι πηγαίνει στο μνήμα, για να κλάψει εκεί. 32 Η Μαρία, λοιπόν, μόλις ήρθε εκεί όπου ήταν ο Ιησούς, όταν τον είδε, έπεσε μπροστά στα πόδια του και του λέει: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα μου πέθαινε ο αδελφός». 33 Ο Ιησούς, τότε, καθώς την είδε να κλαίει και τους Ιουδαίους που ήρθαν μαζί της να κλαίνε, αναστέναξε στο πνεύμα του και ταράχτηκε 34 και είπε: «Πού τον έχετε θέσει;» Του λένε: «Κύριε, έλα και δες». 35 Δάκρυσε ο Ιησούς. 36 Έλεγαν λοιπόν οι Ιουδαίοι: «Δες πώς τον αγαπούσε». 37 Μερικοί όμως από αυτούς είπαν: «Δεν μπορούσε αυτός, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάνει ώστε και αυτός να μην πεθάνει;»
Η ανάσταση του Λαζάρου
39 Ο Ιησούς, λοιπόν, πάλι αφού αναστέναξε μέσα του, έρχεται στο μνήμα. Και εκείνο ήταν σπήλαιο, και ένας λίθος βρισκόταν πάνω του στην είσοδο. 39 Λέει ο Ιησούς: «Σηκώστε το λίθο». Του λέει η αδελφή του πεθαμένου, η Μάρθα: «Κύριε, ήδη μυρίζει, γιατί είναι η τέταρτη ημέρα που πέθανε». 40 Της λέει ο Ιησούς: «Δε σου είπα ότι, αν πιστέψεις, θα δεις τη δόξα του Θεού;» 41 Σήκωσαν λοιπόν το λίθο. Τότε ο Ιησούς σήκωσε τους οφθαλμούς του πάνω και είπε: «Πατέρα, σε ευχαριστώ γιατί με άκουσες. 42 Εγώ βέβαια ήξερα ότι πάντα με ακούς, αλλά για το πλήθος που έχει σταθεί γύρω το είπα, για να πιστέψουν ότι εσύ με απέστειλες». 43 Και αφού είπε αυτά, με μεγάλη φωνή κραύγασε: «Λάζαρε, βγες έξω». 44 Εξήλθε τότε ο πεθαμένος, έχοντας δεμένα τα πόδια του και τα χέρια του με επιδέσμους, και το πρόσωπό του ήταν περιδεμένο με μαντίλι. Τους λέει ο Ιησούς: «Λύστε τον και αφήστε τον να φύγει».
Η συνωμοσία για να σκοτώσουν τον Ιησού
(Μτ. 26:1-5, Μκ. 14:1-2, Λκ. 22:1-2)
45 Πολλοί λοιπόν από τους Ιουδαίους που ήρθαν προς τη Μαρία και είδαν όσα έκανε πίστεψαν σ' αυτόν. 46 Μερικοί όμως από αυτούς έφυγαν και πήγαν προς τους Φαρισαίους και τους είπαν αυτά που έκανε ο Ιησούς. 47 Συγκάλεσαν τότε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συνέδριο, και έλεγαν: «Τι κάνουμε, επειδή αυτός ο άνθρωπος κάνει πολλά θαυματουργικά σημεία; 48 Αν τον αφήσουμε έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ' αυτόν, και θα έρθουν οι Ρωμαίοι και θα μας πάρουν και τον τόπο και το έθνος μας». 49 Ένας τότε από αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας του έτους εκείνου, τους είπε: «Εσείς δεν ξέρετε τίποτα, 50 ούτε συλλογίζεστε ότι σας συμφέρει να πεθάνει ένας άνθρωπος υπέρ του λαού και να μη χαθεί όλο το έθνος». 51 Αυτό, όμως, από τον εαυτό του δεν το είπε, αλλά, επειδή ήταν αρχιερέας του έτους εκείνου, προφήτεψε ότι έμελλε ο Ιησούς να πεθάνει υπέρ του έθνους, 52 και όχι υπέρ του Ισραηλιτικού έθνους μόνο, αλλά και για να συνάξει τα τέκνα του Θεού τα διασκορπισμένα σε ένα. 53 Από εκείνη λοιπόν την ημέρα αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. 
54 Έτσι ο Ιησούς δεν περπατούσε πια δημόσια μεταξύ των Ιουδαίων, αλλά έφυγε από εκεί και πήγε στην περιοχή που είναι κοντά στην έρημο, σε μια πόλη που λέγεται Εφραίμ, κι εκεί έμεινε μαζί με τους μαθητές του. 
55 Ήταν τότε κοντά το Πάσχα των Ιουδαίων, και ανέβηκαν πολλοί στα Ιεροσόλυμα από τη χώρα πριν από το Πάσχα, για να εξαγνίσουν τους εαυτούς τους. 56 Ζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησού και έλεγαν μεταξύ τους μέσα στο ναό καθώς είχαν σταθεί: «Τι νομίζετε; Δε θα έρθει στην εορτή;» 57 Είχαν δώσει μάλιστα οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι εντολές, αν κάποιος μάθει πού είναι, να στείλει μήνυμα, για να τον πιάσουν.



Read more »

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ


  Αρχαίο Κείμενο 
  11:1 Ην δέ τις ασθενων, Λάζαρος απο Βηθανίας, εκ της κώμης Μαρίας και Μάρθας της αδελφης αυτης. 2 ην δε Μαριαμ η αλείψασα τον κύριον μύρω και εκμάξασα τους πόδας αυτου ταις θριξιν αυτης, ης ο αδελφος Λάζαρος ησθένει. 3 απέστειλαν ουν αι αδελφαι προς αυτον λέγουσαι, Κύριε, ιδε ον φιλεις ασθενει. 4 ακούσας δε ο Ιησους ειπεν, Αυτη η ασθένεια ουκ εστιν προς θάνατον αλλ' υπερ της δόξης του θεου, ινα δοξασθη ο υιος του θεου δι' αυτης. 5 ηγάπα δε ο Ιησους την Μάρθαν και την αδελφην αυτης και τον Λάζαρον. 6 ως ουν ηκουσεν οτι ασθενει, τότε μεν εμεινεν εν ω ην τόπω δύο ημέρας. 7 επειτα μετα τουτο λέγει τοις μαθηταις, Αγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν. 8 λέγουσιν αυτω οι μαθηταί, Ραββί, νυν εζήτουν σε λιθάσαι οι Ιουδαιοι, και πάλιν υπάγεις εκει; 9 απεκρίθη Ιησους, Ουχι δώδεκα ωραί εισιν της ημέρας; εάν τις περιπατη εν τη ημέρα, ου προσκόπτει, οτι το φως του κόσμου τούτου βλέπει. 10 εαν δέ τις περιπατη εν τη νυκτί, προσκόπτει, οτι το φως ουκ εστιν εν αυτω. 11 ταυτα ειπεν, και μετα τουτο λέγει αυτοις, Λάζαρος ο φίλος ημων κεκοίμηται, αλλα πορεύομαι ινα εξυπνίσω αυτόν. 12 ειπαν ουν οι μαθηται αυτω, Κύριε, ει κεκοίμηται σωθήσεται. 13 ειρήκει δε ο Ιησους περι του θανάτου αυτου. εκεινοι δε εδοξαν οτι περι της κοιμήσεως του υπνου λέγει. 14 τότε ουν ειπεν αυτοις ο Ιησους παρρησία, Λάζαρος απέθανεν, 15 και χαίρω δι' υμας, ινα πιστεύσητε, οτι ουκ ημην εκει. αλλα αγωμεν προς αυτόν. 16 ειπεν ουν Θωμας ο λεγόμενος Δίδυμος τοις συμμαθηταις, Αγωμεν και ημεις ινα αποθάνωμεν μετ' αυτου. 17 Ελθων ουν ο Ιησους ευρεν αυτον τέσσαρας ηδη ημέρας εχοντα εν τω μνημείω. 18 ην δε η Βηθανία εγγυς των Ιεροσολύμων ως απο σταδίων δεκαπέντε. 19 πολλοι δε εκ των Ιουδαίων εληλύθεισαν προς την Μάρθαν και Μαριαμ ινα παραμυθήσωνται αυτας περι του αδελφου. 20 η ουν Μάρθα ως ηκουσεν οτι Ιησους ερχεται υπήντησεν αυτω. Μαριαμ δε εν τω οικω εκαθέζετο. 21 ειπεν ουν η Μάρθα προς τον Ιησουν, Κύριε, ει ης ωδε ουκ αν απέθανεν ο αδελφός μου. 22 αλλα και νυν οιδα οτι οσα αν αιτήση τον θεον δώσει σοι ο θεός. 23 λέγει αυτη ο Ιησους, Αναστήσεται ο αδελφός σου. 24 λέγει αυτω η Μάρθα, Οιδα οτι αναστήσεται εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα. 25 ειπεν αυτη ο Ιησους, Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. ο πιστεύων εις εμε καν αποθάνη ζήσεται, 26 και πας ο ζων και πιστεύων εις εμε ου μη αποθάνη εις τον αιωνα. πιστεύεις τουτο; 27 λέγει αυτω, Ναί, κύριε. εγω πεπίστευκα οτι συ ει ο Χριστος ο υιος του θεου ο εις τον κόσμον ερχόμενος. 28 Και τουτο ειπουσα απηλθεν και εφώνησεν Μαριαμ την αδελφην αυτης λάθρα ειπουσα, Ο διδάσκαλος πάρεστιν και φωνει σε. 29 εκείνη δε ως ηκουσεν ηγέρθη ταχυ και ηρχετο προς αυτόν. 30 ουπω δε εληλύθει ο Ιησους εις την κώμην, αλλ ην ετι εν τω τόπω οπου υπήντησεν αυτω η Μάρθα. 31 οι ουν Ιουδαιοι οι οντες μετ' αυτης εν τη οικία και παραμυθούμενοι αυτήν, ιδόντες την Μαριαμ οτι ταχέως ανέστη και εξηλθεν, ηκολούθησαν αυτη, δόξαντες οτι υπάγει εις το μνημειον ινα κλαύση εκει. 32 η ουν Μαριαμ ως ηλθεν οπου ην Ιησους ιδουσα αυτον επεσεν αυτου προς τους πόδας, λέγουσα αυτω, Κύριε, ει ης ωδε ουκ αν μου απέθανεν ο αδελφός. 33 Ιησους ουν ως ειδεν αυτην κλαίουσαν και τους συνελθόντας αυτη Ιουδαίους κλαίοντας, ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν, 34 και ειπεν, Που τεθείκατε αυτόν; λέγουσιν αυτω, Κύριε, ερχου και ιδε. 35 εδάκρυσεν ο Ιησους. 36 ελεγον ουν οι Ιουδαιοι, Ιδε πως εφίλει αυτόν. 37 τινες δε εξ αυτων ειπαν, Ουκ εδύνατο ουτος ο ανοίξας τους οφθαλμους του τυφλου ποιησαι ινα και ουτος μη αποθάνη; 38 Ιησους ουν πάλιν εμβριμώμενος εν εαυτω ερχεται εις το μνημειον. ην δε σπήλαιον, και λίθος επέκειτο επ' αυτω. 39 λέγει ο Ιησους, Αρατε τον λίθον. λέγει αυτω η αδελφη του τετελευτηκότος Μάρθα, Κύριε, ηδη οζει, τεταρταιος γάρ εστιν. 40 λέγει αυτη ο Ιησους, Ουκ ειπόν σοι οτι εαν πιστεύσης οψη την δόξαν του θεου; 41 ηραν ουν τον λίθον. ο δε Ιησους ηρεν τους οφθαλμους ανω και ειπεν, Πάτερ, ευχαριστω σοι οτι ηκουσάς μου. 42 εγω δε ηδειν οτι πάντοτέ μου ακούεις. αλλα δια τον οχλον τον περιεστωτα ειπον, ινα πιστεύσωσιν οτι σύ με απέστειλας. 43 και ταυτα ειπων φωνη μεγάλη εκραύγασεν, Λάζαρε, δευρο εξω. 44 εξηλθεν ο τεθνηκως δεδεμένος τους πόδας και τας χειρας κειρίαις, και η οψις αυτου σουδαρίω περιεδέδετο. λέγει αυτοις ο Ιησους, Λύσατε αυτον και αφετε αυτον υπάγειν. 45 Πολλοι ουν εκ των Ιουδαίων, οι ελθόντες προς την Μαριαμ και θεασάμενοι α εποίησεν, επίστευσαν εις αυτόν. 46 τινες δε εξ αυτων απηλθον προς τους Φαρισαίους και ειπαν αυτοις α εποίησεν Ιησους. 47 συνήγαγον ουν οι αρχιερεις και οι Φαρισαιοι συνέδριον, και ελεγον, Τί ποιουμεν, οτι ουτος ο ανθρωπος πολλα ποιει σημεια; 48 εαν αφωμεν αυτον ουτως, πάντες πιστεύσουσιν εις αυτόν, και ελεύσονται οι Ρωμαιοι και αρουσιν ημων και τον τόπον και το εθνος. 49 εις δέ τις εξ αυτων Καϊάφας, αρχιερευς ων του ενιαυτου εκείνου, ειπεν αυτοις, Υμεις ουκ οιδατε ουδέν, 50 ουδε λογίζεσθε οτι συμφέρει υμιν ινα εις ανθρωπος αποθάνη υπερ του λαου και μη ολον το εθνος απόληται. 51 τουτο δε αφ' εαυτου ουκ ειπεν, αλλα αρχιερευς ων του ενιαυτου εκείνου επροφήτευσεν οτι εμελλεν Ιησους αποθνήσκειν υπερ του εθνους, 52 και ουχ υπερ του εθνους μόνον αλλ ινα και τα τέκνα του θεου τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν. 53 απ' εκείνης ουν της ημέρας εβουλεύσαντο ινα αποκτείνωσιν αυτόν. 54 Ο ουν Ιησους ουκέτι παρρησία περιεπάτει εν τοις Ιουδαίοις, αλλα απηλθεν εκειθεν εις την χώραν εγγυς της ερήμου, εις Εφραιμ λεγομένην πόλιν, κακει εμεινεν μετα των μαθητων. 55 Ην δε εγγυς το πάσχα των Ιουδαίων, και ανέβησαν πολλοι εις Ιεροσόλυμα εκ της χώρας προ του πάσχα ινα αγνίσωσιν εαυτούς. 56 εζήτουν ουν τον Ιησουν και ελεγον μετ' αλλήλων εν τω ιερω εστηκότες, Τί δοκει υμιν; οτι ου μη ελθη εις την εορτήν; 57 δεδώκεισαν δε οι αρχιερεις και οι Φαρισαιοι εντολας ινα εάν τις γνω που εστιν μηνύση, οπως πιάσωσιν αυτόν.
Read more »

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΛΛΗΝΙΚΗ



Απόδοση στη νεολληνική:
Ο ποιμένας και η αυλή των προβάτων
10
ΙΩΑΝΝΗΣ (IN.) 10 
«Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, όποιος δεν εισέρχεται από τη θύρα στην αυλή των προβάτων, αλλά ανεβαίνει από αλλού, εκείνος είναι κλέφτης και ληστής. 2 Όποιος όμως εισέρχεται από τη θύρα είναι ποιμένας των προβάτων. 3 Σε αυτόν ο θυρωρός ανοίγει και τα πρόβατα ακούνε τη φωνή του, και τα δικά του πρόβατα τα φωνάζει με το όνομά τους και τα βγάζει έξω. 4 Όταν όλα τα δικά του πρόβατα τα βγάλει έξω, πορεύεται μπροστά τους, και τα πρόβατα τον ακολουθούν, γιατί ξέρουν τη φωνή του. 5 Έναν ξένο όμως δε θα ακολουθήσουν, αλλά θα φύγουν από αυτόν, γιατί δεν ξέρουν τη φωνή των ξένων». 6 Αυτήν την παραβολή τους είπε ο Ιησούς. Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν για ποιον ήταν αυτά που τους μιλούσε.
Ο Ιησούς είναι η θύρα
7 Είπε λοιπόν πάλι ο Ιησούς: «Αλήθεια, αλήθεια σας λέω, εγώ είμαι η θύρα των προβάτων. 8 Όλοι όσοι ήρθαν πριν από εμένα είναι κλέφτες και ληστές. Αλλά δεν τους άκουσαν τα πρόβατα. 9 Εγώ είμαι η θύρα. Από εμένα αν εισέλθει κανείς θα σωθεί, και θα εισέρχεται και θα εξέρχεται και θα βρίσκει βοσκή. 10 Ο κλέφτης δεν έρχεται παρά για να κλέψει και να σφάξει και να σκοτώσει. Εγώ ήρθα για να έχουν ζωή, και μάλιστα περίσσια να την έχουν».
Ο Ιησούς είναι ο καλός ποιμένας
11 «Εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός. Ο ποιμένας ο καλός τη ζωή του θυσιάζει για χάρη των προβάτων. 12 Ο μισθωτός και που δεν είναι ποιμένας, του οποίου τα πρόβατα δεν είναι δικά του, βλέπει το λύκο να έρχεται και αφήνει τα πρόβατα και φεύγει - και ο λύκος τα αρπάζει και τα σκορπίζει - 13 γιατί είναι μισθωτός και δεν τον μέλει για τα πρόβατα. 14 Εγώ είμαι ο ποιμένας ο καλός, και γνωρίζω τα δικά μου και με γνωρίζουν τα δικά μου, 15 καθώς με γνωρίζει ο Πατέρας κι εγώ γνωρίζω τον Πατέρα. Και τη ζωή μου θυσιάζω για χάρη των προβάτων. 16 Και άλλα πρόβατα έχω που δεν είναι από την αυλή αυτή. Κι εκείνα πρέπει να φέρω, και τη φωνή μου θα ακούσουν, και θα γίνουν ένα ποίμνιο, ένας ποιμένας. 17 Γι' αυτό ο Πατέρας με αγαπά, επειδή εγώ θυσιάζω τη ζωή μου, για να τη λάβω πάλι. 18 Κανείς δεν την αφαιρεί από εμένα, αλλά εγώ τη θυσιάζω από τον εαυτό μου. Εξουσία έχω να τη θυσιάσω και εξουσία έχω πάλι να τη λάβω. Αυτήν την εντολή έλαβα από τον Πατέρα μου». 
19 Σχίσμα πάλι έγινε μεταξύ των Ιουδαίων για τα λόγια αυτά. 20 Έλεγαν τότε πολλοί από αυτούς: «Δαιμόνιο έχει και είναι τρελός. τι τον ακούτε;» 21 Άλλοι έλεγαν: «Αυτά τα λόγια δεν είναι δαιμονισμένου. Μήπως ένα δαιμόνιο δύναται να ανοίξει οφθαλμούς τυφλών;»
Ο Ιησούς απορρίπτεται από τους Ιουδαίους
22 Έγινε τότε η εορτή των Εγκαινίων στα Ιεροσόλυμα. Ήταν χειμώνας 23 και περπατούσε ο Ιησούς στο ναό, στη στοά του Σολομώντα. 24 Τον περικύκλωσαν τότε οι Ιουδαίοι και του έλεγαν: «Ως πότε την ψυχή μας θα τη σηκώνεις μετέωρη; Αν εσύ είσαι ο Χριστός, πες το μας με παρρησία». 25 Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Το είπα σ' εσάς και δεν πιστεύετε. Τα έργα που εγώ κάνω στο όνομα του Πατέρα μου, αυτά μαρτυρούν για μένα. 26 Αλλά εσείς δεν πιστεύετε, γιατί δεν είστε από τα πρόβατα τα δικά μου. 27 Τα πρόβατα τα δικά μου ακούνε τη φωνή μου, κι εγώ τα γνωρίζω και με ακολουθούν. 28 Κι εγώ τους δίνω ζωή αιώνια και δε θα χαθούν στον αιώνα και δε θα τα αρπάξει κανείς από το χέρι μου. 29 Ο Πατέρας μου, που μου τα έχει δώσει, είναι μεγαλύτερος από όλους, και κανείς δε δύναται να τα αρπάζει από το χέρι του Πατέρα. 30 Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα». 
31 Βάσταξαν πάλι λίθους οι Ιουδαίοι, για να τον λιθοβολήσουν. 32 Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Πολλά έργα καλά σας έδειξα από τον Πατέρα. Για ποιο έργο από αυτά με λιθοβολείτε;» 33 Του αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι: «Για καλό έργο δε σε λιθοβολούμε, αλλά για βλαστήμια, και γιατί εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό». 34 Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Δεν είναι γραμμένο στο νόμο σας: Εγώ είπα, είστε θεοί; 35 Αν εκείνους είπε θεούς προς τους οποίους ήρθε ο λόγος του Θεού - και δε δύναται να καταλυθεί η Γραφή - 36 σ' αυτόν που ο Πατέρας αγίασε και απέστειλε στον κόσμο, εσείς του λέτε, “βλαστημάς”, επειδή είπα: “Είμαι Υιός του Θεού”; 37 Αν δεν κάνω τα έργα του Πατέρα μου, μη με πιστεύετε. 38 Αν όμως τα κάνω, κι αν σ' εμένα δεν πιστεύετε, εξαιτίας των έργων να πιστεύετε, για να γνωρίσετε και να γνωρίζετε συνεχώς ότι μέσα μου είναι ο Πατέρας κι εγώ μέσα στον Πατέρα». 39 Ζητούσαν λοιπόν πάλι να τον πιάσουν. αλλά ξέφυγε από τα χέρια τους. 
40 Και πήγε πάλι πέρα από τον Ιορδάνη, στον τόπο όπου ήταν ο Ιωάννης πρώτα και βάφτιζε, και έμεινε εκεί. 41 Τότε πολλοί ήρθαν προς αυτόν και έλεγαν: «Αφενός ο Ιωάννης δεν έκανε κανένα θαυματουργικό σημείο, αφετέρου όλα όσα είπε ο Ιωάννης γι' αυτόν ήταν αληθινά». 42 Και πολλοί πίστεψαν σ' αυτόν εκεί. 


Read more »

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ


  Αρχαίο Κείμενο 
 10:1 Αμην αμην λέγω υμιν, ο μη εισερχόμενος δια της θύρας εις την αυλην των προβάτων αλλα αναβαίνων αλλαχόθεν εκεινος κλέπτης εστιν και ληστής. 2 ο δε εισερχόμενος δια της θύρας ποιμήν εστιν των προβάτων. 3 τούτω ο θυρωρος ανοίγει, και τα πρόβατα της φωνης αυτου ακούει, και τα ιδια πρόβατα φωνει κατ' ονομα και εξάγει αυτά. 4 οταν τα ιδια πάντα εκβάλη, εμπροσθεν αυτων πορεύεται, και τα πρόβατα αυτω ακολουθει, οτι οιδασιν την φωνην αυτου. 5 αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσουσιν αλλα φεύξονται απ' αυτου, οτι ουκ οιδασιν των αλλοτρίων την φωνήν. 6 Ταύτην την παροιμίαν ειπεν αυτοις ο Ιησους. εκεινοι δε ουκ εγνωσαν τίνα ην α ελάλει αυτοις. 7 Ειπεν ουν πάλιν ο Ιησους, Αμην αμην λέγω υμιν οτι εγώ ειμι η θύρα των προβάτων. 8 πάντες οσοι ηλθον προ εμου κλέπται εισιν και λησταί. αλλ ουκ ηκουσαν αυτων τα πρόβατα. 9 εγώ ειμι η θύρα. δι' εμου εάν τις εισέλθη σωθήσεται και εισελεύσεται και εξελεύσεται και νομην ευρήσει. 10 ο κλέπτης ουκ ερχεται ει μη ινα κλέψη και θύση και απολέση. εγω ηλθον ινα ζωην εχωσιν και περισσον εχωσιν. 11 Εγώ ειμι ο ποιμην ο καλός. ο ποιμην ο καλος την ψυχην αυτου τίθησιν υπερ των προβάτων. 12 ο μισθωτος και ουκ ων ποιμήν, ου ουκ εστιν τα πρόβατα ιδια, θεωρει τον λύκον ερχόμενον και αφίησιν τα πρόβατα και φεύγει,ι και ο λύκος αρπάζει αυτα και σκορπίζει,ι 13 οτι μισθωτός εστιν και ου μέλει αυτω περι των προβάτων. 14 Εγώ ειμι ο ποιμην ο καλός, και γινώσκω τα εμα και γινώσκουσί με τα εμά, 15 καθως γινώσκει με ο πατηρ καγω γινώσκω τον πατέρα. και την ψυχήν μου τίθημι υπερ των προβάτων. 16 και αλλα πρόβατα εχω α ουκ εστιν εκ της αυλης ταύτης. κακεινα δει με αγαγειν, και της φωνης μου ακούσουσιν, και γενήσονται μία ποίμνη, εις ποιμήν. 17 δια τουτό με ο πατηρ αγαπα οτι εγω τίθημι την ψυχήν μου, ινα πάλιν λάβω αυτήν. 18 ουδεις αιρει αυτην απ' εμου, αλλ' εγω τίθημι αυτην απ' εμαυτου. εξουσίαν εχω θειναι αυτήν, και εξουσίαν εχω πάλιν λαβειν αυτήν. ταύτην την εντολην ελαβον παρα του πατρός μου. 19 Σχίσμα πάλιν εγένετο εν τοις Ιουδαίοις δια τους λόγους τούτους. 20 ελεγον δε πολλοι εξ αυτων, Δαιμόνιον εχει και μαίνεται. τί αυτου ακούετε; 21 αλλοι ελεγον, Ταυτα τα ρήματα ουκ εστιν δαιμονιζομένου. μη δαιμόνιον δύναται τυφλων οφθαλμους ανοιξαι; 22 Εγένετο τότε τα εγκαίνια εν τοις Ιεροσολύμοις. χειμων ην, 23 και περιεπάτει ο Ιησους εν τω ιερω εν τη στοα του Σολομωνος. 24 εκύκλωσαν ουν αυτον οι Ιουδαιοι και ελεγον αυτω, Εως πότε την ψυχην ημων αιρεις; ει συ ει ο Χριστός, ειπε ημιν παρρησία. 25 απεκρίθη αυτοις ο Ιησους, Ειπον υμιν και ου πιστεύετε. τα εργα α εγω ποιω εν τω ονόματι του πατρός μου ταυτα μαρτυρει περι εμου. 26 αλλα υμεις ου πιστεύετε, οτι ουκ εστε εκ των προβάτων των εμων. 27 τα πρόβατα τα εμα της φωνης μου ακούουσιν, καγω γινώσκω αυτά, και ακολουθουσίν μοι, 28 καγω δίδωμι αυτοις ζωην αιώνιον, και ου μη απόλωνται εις τον αιωνα, και ουχ αρπάσει τις αυτα εκ της χειρός μου. 29 ο πατήρ μου ο δέδωκέν μοι πάντων μειζόν εστιν, και ουδεις δύναται αρπάζειν εκ της χειρος του πατρός. 30 εγω και ο πατηρ εν εσμεν. 31 Εβάστασαν πάλιν λίθους οι Ιουδαιοι ινα λιθάσωσιν αυτόν. 32 απεκρίθη αυτοις ο Ιησους, Πολλα εργα καλα εδειξα υμιν εκ του πατρός. δια ποιον αυτων εργον εμε λιθάζετε; 33 απεκρίθησαν αυτω οι Ιουδαιοι, Περι καλου εργου ου λιθάζομέν σε αλλα περι βλασφημίας, και οτι συ ανθρωπος ων ποιεις σεαυτον θεόν. 34 απεκρίθη αυτοις ο Ιησους, Ουκ εστιν γεγραμμένον εν τω νόμω υμων οτι Εγω ειπα, Θεοί εστε; 35 ει εκείνους ειπεν θεους προς ους ο λόγος του θεου εγένετο, και ου δύναται λυθηναι η γραφή, 36 ον ο πατηρ ηγίασεν και απέστειλεν εις τον κόσμον υμεις λέγετε οτι Βλασφημεις, οτι ειπον, Υιος του θεου ειμι; 37 ει ου ποιω τα εργα του πατρός μου, μη πιστεύετέ μοι. 38 ει δε ποιω, καν εμοι μη πιστεύητε, τοις εργοις πιστεύετε, ινα γνωτε και γινώσκητε οτι εν εμοι ο πατηρ καγω εν τω πατρί. 39 Εζήτουν ουν αυτον πάλιν πιάσαι. και εξηλθεν εκ της χειρος αυτων. 40 Και απηλθεν πάλιν πέραν του Ιορδάνου εις τον τόπον οπου ην Ιωάννης το πρωτον βαπτίζων, και εμεινεν εκει. 41 και πολλοι ηλθον προς αυτον και ελεγον οτι Ιωάννης μεν σημειον εποίησεν ουδέν, πάντα δε οσα ειπεν Ιωάννης περι τούτου αληθη ην. 42 και πολλοι επίστευσαν εις αυτον εκει. 
Read more »