Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Σταυρός ως μέσον αγιασμού και μεταμόρφωσης του κόσμου


Διά του σταυρού ο Χριστός αγίασε το σώμα του —κρίκο σύνδεσης με τον κόσμο. Απέκρουσε τους πειρασμούς που του έστελνε ο κόσμος, να γευθεί δηλαδή τις ηδονές, ικανοποιώντας υπέρμετρα τις ανάγκες του ή αποφεύγοντας τον πόνο και το θάνατο. Αν, κατά τον ίδιο τρόπο, απωθήσουμε τους πειρασμούς της αμαρτίας και υπομείνουμε καρτερικά τις οδύνες του θανάτου, η αγιότητα μπορεί να απλωθεί από το σώμα Του σε όλα τα σώματα και σε όλο τον κόσμο.
Η ορθόδοξη Εκκλησία δεν λέει πως διά του σταυρού ο Χριστός εξήλθε της δημιουργίας, αλλά πως την αποκατέστησε σε παράδεισο- παράδεισο αρετής γι’ αυτούς που, από αγάπη σ’ Εκείνον, αποδέχονται το σταυρό Του. Συνεπώς ο σταυρός είναι η δύναμη του Χριστού, που, αν την προσλάβουμε, μπορεί να οδηγήσει τον κόσμο στον παράδεισο. Γι’ αυτό το σκοπό ο Χριστός μένει μαζί μας έως της συντέλειας των αιώνων. Χωρίς αμφιβολία, ο πλήρης παράδεισος θα πραγματωθεί μόνο μετά την παγκόσμια ανάσταση.
Η δημιουργία μεταβλήθηκε σε πεδίο μάχης ανάμεσα στους ανθρώπους, εξαιτίας της απληστίας και των εγωιστικών παθών γενικά. Μπορεί όμως να αποκατασταθεί στην παραδεισιακή κατάσταση διά του σταυρού. Η ορθόδοξη Εκκλησία στη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου, ψάλλει: «Εν Παραδείσω με το πριν ξύλον εγύμνωσεν, ούπερ τη γεύσει ο εχθρός εισφέρει νέκρωσιν· του Σταυρού δε το ξύλον, της ζωής το ένδυμα ανθρώποις φέρον, επάγη επί της γης και κόσμος όλος επλήσθη πάσης χαράς» (Κάθισμα εορτής). Δι’ αυτού ο παράδεισος ανοίχτηκε ξανά, γιατί η «στρεφόμενη ρομφαία» (Γεν. 3,24), που εμπόδιζε την είσοδο σ’ αυτόν, εξαιτίας της ανθρώπινης απληστίας, δεν μπορούσε πια να τον κρατήσει κλειστό. Γιατί τώρα ο Χριστός εισήλθε στον παράδεισο, αφού τον άνοιξε, φέρνοντας ως ένας άνθρωπος το ξύλο του σταυρού, διά του οποίου κατανίκησε την απληστία και προτίμησε την απάρνηση του εαυτού Του. Και θα εισέλθουν στον Παράδεισο όλοι όσοι θα πράξουν το ίδιο.
Σίγουρα υπάρχει ένας παράδεισος, στον οποίο εισέρχονται οι ψυχές των πιστών μετά θάνατο. Αλλά μπορεί να υπάρχει ένας εν εξελίξει παράδεισος και έδώ στη γη, αποκατάσταση του αρχικού παραδείσου. Μπορεί να εξελιχθεί διά του σταυρού, που υψώνεται στο μέσο της γης και που οι άνθρωποι τον αποδέχονται ως κανόνα της ζωής τους. Ο μετά θάνατον παράδεισος των ψυχών των πιστών, υπάρχει ήδη χάρη στην επίγεια ζωή τους, που ακολουθεί το πνεύμα του σταυρού. Τελικά ο εν εξελίξει επίγειος παράδεισος, θα γίνει μετά την ανάσταση των σωμάτων, ο τέλειος και αιώνιος παράδεισος.
Αλλά χωρίς την προσπάθεια να κάνουμε τη γη, σ’ ένα κάποιο βαθμό, παράδεισο, δεν προχωρούσε προς τον παράδεισο του επέκεινα. Γι’ αυτό το σκοπό ο Χριστός μένει μαζί μας ως το τέλος του κόσμου.
Αποκτούμε ήδη στη γη μια πρόγευση του εσχατολογικού παραδείσου. Η ορθόδοξη Εκκλησία σ’ ένα άλλο ύμνο ψάλλει: «Ω του παραδόξου θαύματος! το ζωηφόρον φυτόν, ο Σταυρός ο πανάγιος εις ύψος αιρόμενος εμφανίζεται σήμερον δοξολογούσι πάντα τα πέρατα εκδειματούνται δαίμονες άπαντες• ω οίον δώρημα τοις βροτοΐς κεχάρισται!» (Αίνοι Υψώσεως Τιμίου Σταυρού).
Από όλους τους ύμνους της ορθόδοξης Εκκλησίας, προκύπτει ο ρόλος του σταυρού στην αγιοποίηση και τη μεταμόρφωση του κόσμου. Όπως το σώμα του Κυρίου αγιάσθηκε διά του σταυρού, έτσι αγιάζονται και τα δικά μας σώματα και οι σχέσεις μας με τον κόσμο και ο ίδιος ο κόσμος. Λαβαίνουμε αγιασμό με τη δύναμη του Χριστού, μέσα στην οποία ο σταυρός διατηρεί την παρουσία του, και αποτελεί προέκταση της συνετής, υπομονετικής, αναμάρτητης στάσης του απέναντι στον κόσμο, και γίνεται δοξολογία του Πατέρα, προσφορά σ’ Αυτόν όλων των σχέσεων με τον κόσμο.
Γι’ αυτό, στην ορθόδοξη Εκκλησία, όλα τα πρόσωπα και όλα τα πράγματα, μέσω του σταυρού, θυσιάζονται και προσφέρονται. Οι χριστιανοί, κάνοντας το σημείο του, σταυρού ζητούν τη δύναμη να φερθούν με καθαρότητα απέναντι στον κόσμο. Ακόμη διαδηλώνουν τη θέλησή τους, να υψωθούν με την προσπάθειά τους, ως τη συνάντηση αυτής της δύναμης· να δοξάσουν το Θεό με όλες τους τις πράξεις και τις οδύνες μέσα στον κόσμο, ακόμη και με το θάνατό τους· να ζήσουν και να πεθάνουν για το Θεό, να εκδηλώσουν με κάθε τρόπο, ότι θυσιάζονται σ’ Εκείνον. Η Εκκλησία διά του σταυρού αγιάζει τα πάντα· το νερό, με το οποίο ραντίζει τους πιστούς, τις τροφές, τα σπίτια, τα περιβόλια και τα χωράφια με τους καρπούς τους, τα δώρα που προσφέρονται στο Θεό. Ο σταυρός όλα τα αγιάζει, τα καθαίρει στο βαθμό πού καθαρίζονται, καθιστώντας το Θεό διάφανο, Κύριο τους. Ο σταυρός τα θέτει, μέσα από όλα τα πράγματα, σε επικοινωνία με το Θεό. Τα πάντα προσφέρονται ως δώρα στο Θεό. Όλες οι λατρευτικές ακολουθίες αρχίζουν και τελειώνουν με το σημείο του σταυρού, Όλες οι κύριες χειρονομίες της λατρείας συνοδεύονται από το σημείο του σταυρού, γιατί η ίδια η δύναμη του Χριστού κατέρχεται διά του σημείου του σταυρού στο βαθμό, που κάνοντάς το, Τον επικαλούμαστε. Μ’ αυτό το σημείο οι πιστοί έρχονται να συναντήσουν τη δύναμη του Χριστού, υποσχόμενοι να προσφερθούν καθαρή θυσία στο Θεό, να φερθούν με καθαρότητα σε κάθε πράξη τους μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό, το σημείο του σταυρού, συνοδεύεται πάντοτε από την επίκληση της Αγίας Τριάδας. Γιατί αυτή ενεργεί την σωτηρία των ανθρώπων και από αυτή κατέρχεται η θεία δύναμη, που ενεργεί μέσα στον κόσμο, για να τον εξαγιάσει και να τον μεταμορφώσει. Αυτή φανερώνεται διά του σταυρού μέσα στον κόσμο.
Η δύναμη του σταυρού καθαίρει όχι μόνο τούς πιστούς και τη σχέση τους με τον κόσμο, αλλά και τον ίδιο τον κόσμο. Διά του σταυρού αποδιώχνονται οι δαίμονες, που προξενούν το κακό και εκτοξεύουν τους πειρασμούς μέσα από το νερό, το κρασί, τους καρπούς, τα ανθρώπινα πρόσωπα.
Οι πιστοί πιστεύουν πως, κάνοντας το σημείο του σταυρού, σε όλες τους τις πράξεις και όλους τους δρόμους της ζωής τους, σε κάθε επαφή τους με την φύση και τους ανθρώπους, έχουν συναντιλήπτορα το Άγιο Πνεύμα. Υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο σταυρό και το Άγιο Πνεύμα, γιατί ο σταυρός είναι η ανθρώπινη προσπάθεια καθαρμού, ενώ το Άγιο Πνεύμα είναι η εξαγιάζουσα θεία δύναμη. Και τα δύο χρειάζεται να συμπορεύονται.
Ο σταυρός είναι η καθαρτήρια δύναμη του σύμπαντος. Κι όταν κάνουμε το σημείο του με πίστη και θέληση, για μια ζωή καθαρή μέσα στον κόσμο, έρχεται η δύναμη του Πνεύματος του Χριστού, που υπήρξε καθαρός μέσα στον κόσμο, κι αγιάζει το σώμα του με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Κι εμείς αποφεύγουμε την αμαρτία και υπομένουμε το θάνατο. Ο σταυρός μας δίνει αυτή την δύναμη του Χριστού γιατί, έχοντάς τον στη μνήμη μας, θέλουμε να μιμηθούμε το παράδειγμά του και να φερόμαστε μέσα στον κόσμο χωρίς πάθη εγωιστικά, με πνεύμα σωφροσύνης, ειρήνης και συμφωνίας με τους άλλους.
«Ο σταυρός είναι όπλο εναντίον του διαβόλου», ψάλλει η ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι όπλο ενάντια σε όλους τους πειρασμούς και τις μεθόδους του διαβόλου, ενάντια στα πάθη που μας οδηγούν σε φιλονικίες, ενάντια στην απολυτότητα. Ο σταυρός είναι όπλο εναντίον του διαβόλου, στο βαθμό που δυναμώνει μέσα μας το πνεύμα της θυσίας, της κοινωνίας με το Θεό και μεταξύ μας.
Μόνο ο σταυρός, με το να τιθασεύσει τα εγωιστικά πάθη μας, και με το να εξασθενίζει την υπερβολική προσκόλλησή μας στον κόσμο, που θεωρείται ως η μόνη πραγματικότητα, μπορεί να φέρει μια διαρκή ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους και στους λαούς.
Οι Άγιοι Πατέρες πρεσβεύουν, ότι η θέα του Θεού μέσα στον κόσμο, ή, η διαφάνεια του Θεού στον κόσμο, εξαρτάται από τον καθαρμό μας από τα πάθη. Αυτή η ιδέα αναπτύχθηκε θεωρητικά, με ιδιαίτερο τρόπο, από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Κατ’ αυτόν, όταν κοιτάζουμε τα πράγματα καθαροί από πάθη, αποκαθιστούμε το αληθινό τους νόημα, δηλαδή την μέσα από αυτά διαφάνεια του Θεού. Λέγει: «Νόημα έστιν εμπα¬θές, λογισμός σύνθετος από πάθους και νοήματος. Χωρίσωμεν το πάθος από του νοήματος και απο¬μένει ο λογισμός ψιλός. Χωρίζομεν δε δι’ αγάπης πνευματικής και εγκράτειας, εάν θέλωμεν». (Μα¬ξίμου Όμολ. 400 Κεφάλαια περί Αγάπης III, 43, Ρ.G. 90, 1029). Αυτό όμως, δεν σημαίνει καταστροφή του κόσμου, αλλά ανακάλυψη (ξανά) των αληθινών του νοημάτων, που δεν έχουν παραμορφωθεί από τα πάθη, και της θεϊκής τους διαφάνειας.
Όταν αναλάβουμε το σταυρό, γινόμαστε με τη δύναμη του σταυρού του Χριστού «καινή κτίσις» (Β’ Κορ. 5,16-17), όπως λέγει ο Απ. Παύλος. Σ’ αύτη την κατάσταση βλέπουμε πως «τα πάντα εκ του Θεού» (Β’ Κορ. 5,18), όπως λέγει ο ίδιος στη συνέχεια Απόστολος. Μ’ αυτό τον τρόπο προετοιμάζουμε την κτίση, για να φτάσει στην κατάσταση της ελευθερίας, στην οποία θα φτάσουμε και μείς ως υιοί Θεού, κι όχι ως δούλοι πια του κόσμου και των παθών. Γιατί ούτε ο κόσμος χαίρεται από την κατάσταση της έκπτωσης, στην οποία, πέφτοντας εμείς, τραβούμε και τον κόσμο και γινόμαστε σκλάβοι του, αντί να είμαστε κύριοι του. Η κατάσταση της ελευθερίας, στην οποία θα φτάσουμε, αντιστοιχεί στην κατάσταση της δόξας, της οποίας μπορούμε να κάνουμε κοινωνό και τον κόσμο (Ρωμ. 8,31).
Η δημιουργία βρίσκεται ακόμη σε ώδινες τοκετού, όσον άφορα αυτή την αληθινή και καινούργια κατάσταση της ύπαρξής της. Είναι οι ωδίνες του σταυρού, το να αντέξεις αναμάρτητα. Ο σταυρός επαληθεύεται ως το μόνο μέσο διά του οποίου ο κόσμος περνά σε μια καινούργια μορφή ύπαρξης, όπου ο Θεός γίνεται ορατός ως ο ων τα πάντα εν πάσι. Είναι η μόνη οδός για να φτάσουμε στο πιο λαμπρό δείπνο, εκεί που αφθονεί η γνώση του Θείου Λόγου, εκεί που η δημιουργία τον καθιστά διάφανο σ’ όλη του την πληρότητα, και ερχόμαστε σε ευθύ και καθαρό διάλογο μαζί Του. Έτσι όλος ο κόσμος θα φανερωθεί μέσα Του, και μέσα μας, ως το κοινό περιεχόμενο του διαλόγου, ως μια ολοφώτεινη διαφάνεια, διά της οποίας θα μας γίνει γνωστός με όλο τον δοσμένο σε μας πλούτο του. (Αγ. Μάξιμος Ομολογητής, Αμφιλεγόμενα, Ρ.G. 91,1373).
Αλλά όλα αυτά θα γίνουν χάρη στο σταυρό του Χριστού αν τον αποδεχτούμε σαν δικό μας. Μόνο μέσα στο φως και μέσα στη δύναμη του σταυρού, που θα φανερωθεί στον ουρανό, σημείο του Υιού του ανθρώπου κατά την ένδοξη παρουσία Εκείνου (Ματθ, 24,30), ο κόσμος θα αναδειχθεί στο τέλος «καινός ουρανός και γη καινή» {Αποκ. 21,1).
(Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε, «Στο φως του Σταυρού και της Αναστάσεως», εκδ. Ι .Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος –Κύμη, σ. 27-35)
Read more »

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Κοινωνική δράση και άσκηση


Κάθε φορά που διαβάζουμε ή ακούμε για κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα της Εκκλησίας ή για κάποιο μοναστήρι, σχεδόν αυτόματα αντηχεί μέσα μας το ίδιο πάντα ερώτημα; Ποιός είναι ο πιό σωστός δρόμος για το χριστιανό σ’ αυτό τον κόσμο; Πώς ακολουθεί σωστότερα η Εκκλησία τις εντολές του Χριστού, με την επάνδρωση μονών ή με την επέκταση της κοινωνικής δράσεώς της; Ή για να μη διαστείλουμε τα δύο, είναι η άσκηση του μοναχισμού η κύρια αποστολή του ή πρέπει να συνδυάζεται οπωσδήποτε με κοινωνική δράση;
Τα ερωτήματα δεν είναι βέβαια καινούρια. Η ιστορία της Εκκλησίας τα γνωρίζει από αιώνες. Συνδέονται άμεσα με την πορεία όχι μόνο του μοναχισμού, αλλά σύνολης της Εκκλησίας μέσα στο χρόνο και έχουν λάβει όλες τις δυνατές απαντήσεις πρακτικά.
Στην ανατολική Εκκλησία βρίσκουμε από τους πρώτους αιώνες όλες τις δυνατές τάσεις. Η κοινωνική δράση δεν έπαψε ούτε στιγμή να αποτελεί καίρια φροντίδα της Εκκλησίας, που δεν μπόρεσαν να διακόψουν ούτε οι διωγμοί. Συσσίτια για τους άπορους, μέριμνα για τις χήρες και τα ορφανά, φροντίδα για τους ασθενείς και τους ενδεείς, παροχή φιλοξενίας και ασύλου στους απόκληρους και τους κατατρεγμένους, όλα αυτά ξεπηδούν σε κάθε σελίδα της ιστορίας της Εκκλησίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πως κι αυτοί που πολεμούν για ιδεολογικούς λόγους την Εκκλησία, πάντα αναγνωρίζουν και εξαίρουν την κοινωνική της δράση. Γιατί η μελέτη της ιστορίας της, όσο προκατειλημμένα και να γίνει, δεν αφήνει άλλη διέξοδο: μιλά πάντα για την έμπρακτη αγάπη, όχι μόνο ως στοιχείο των διαπροσωπικών σχέσεων, αλλά και ως κύριο γνώρισμα της χριστιανικής παρουσίας μέσα στον κόσμο. Η επικράτηση του Ευαγγελίου δεν είναι άσχετη προς αυτή την πλούσια κοινωνική δράση των πρώτων πιστών, σε μια εποχή μάλιστα που η κρατική οργανωμένη κοινωνική πρόνοια ήταν σχεδόν ολότελα άγνωστη. Αρκεί να θυμηθούμε πως ο Ιουλιανός ο Παραβάτης στην άκαιρη και αποτυχημένη προσπάθειά του να ξαναζωντανέψει την ειδωλολατρία, κοντά στα άλλα προσπάθησε να οργανώσει και κοινωνική δράση των ιερέων του, ανάλογη με τη χριστιανική. Γιατί σωστά διέβλεψε πόσο ελκυστικό ήταν αυτό το σημείο και πόσο δραστικά επιδρούσε η χριστιανική φιλανθρωπία στους απλούς ανθρώπους. Το παράδειγμα του Ιουλιανού όμως έχει και μια άλλη πτυχή, που δείχνει την άμεση σχέση και συνάφεια της φιλανθρωπίας με την άσκηση, με τη θεωρητική θεμελίωση της δράσεως: ο Ιουλιανός παραπονείται στις επιστολές του για την πρακτική αδιαφορία των ειδωλολατρών ιερέων για την κοινωνική δράση, παρόλα τα υλικά μέσα που τους παρείχε. Υπήρχαν τα χρήματα, αλλά δεν υπήρχαν οι άνθρωποι, ήταν παρούσα η ύλη, αλλά απουσίαζε το πνεύμα που θα την έκανε αγάπη…
Ο μοναχισμός είναι κι αυτός στη χρυσή εποχή της Εκκλησίας εναρμονισμένος με το όλο πνεύμα που επικρατούσε στη χριστιανική περιοχή. Η άσκηση συνδέεται με τη φιλανθρωπία και γενικότερα τη συμπαράσταση στις ανάγκες των συνανθρώπων. Οι μονές ήταν κέντρα ευαγγελισμού και αγάπης. Η άσκηση ποτέ δεν απομονώθηκε από την κοινωνική δράση. Φτάνει να θυμηθούμε ένα μόνο παράδειγμα: τη Βασιλειάδα του Μ. Βασιλείου στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο σοφός και άγιος ιεράρχης ήταν «ιατρός ψυχών και σωμάτων» και το ίδρυμά του —πρότυπο για όσα ακολούθησαν— ήταν τόπος παροχής βοήθειας υλικής και πνευματικής. Στους κανόνες μάλιστα του μοναχισμού που έγραψε ο Μ. Βασίλειος ρητά προβλέπεται η κοινωνική προσφορά των μοναχών, του κοινοβίου ως πυρήνος για την αναγέννηση του Κόσμου, Οι μοναχοί προσεύχονται και εργάζονται, ορίζει ο άγιος. Προσεύχονται και ασκούνται στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακας, για να αναγεννηθούν οι ίδιοι, για να βιώσουν το νέο κόσμο. Αλλά και εργάζονται για να προσφέρουν με τον καρπό του μόχθου τους την έμπρακτη αγάπη προς κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη βοηθείας. Αυτά τα δύο, προσευχή και εργασία, δράση και άσκηση δεν μπορούν άλλωστε να ξεχωριστούν στη καθημερινή πράξη: γιατί και η προσευχή είναι κοινωνική προσφορά, όπως με τη σειρά της και η κοινωνική δράση είναι ευαγγελισμός του κόσμου.
Δεν λείπουν όμως την ίδια εποχή και οι παρεκκλίσεις από τη σωστή γραμμή. Εμφανίζονται από τη μια άνθρωποι που μεταβάλλουν τη δράση μέσα στην κοινωνία σε αυτοσκοπό, ξεχνώντας το κύριο μέλημα του πιστού, τη δική του σωτηρία και τον ευαγγελισμό των άλλων. Κι από την άλλη παρουσιάζονται μοναχοί που αδιαφορούν όχι μόνο για την κοινωνική προσφορά, αλλά και για την απαραίτητη για την επιβίωση τους εργασία. Είναι μια τάση που εισάγει την επαιτεία ως μέσο πορισμού των προς το ζην, τάση που καταδικάστηκε όμως από την Εκκλησία και γρήγορα χάθηκε μέσα στο χώρο της αιρέσεως.
Οι παρεκκλίσεις δεν είναι παρά εξαιρέσεις στην ιστορία της Εκκλησίας. Οι μεγάλοι πατέρες κράτησαν πάντα τη χρυσή τομή ανάμεσα στις υπερβολές. Κι όταν φρόντιζαν για την εξημέρωση και τον εκπολιτισμό των λαών που κήρυτταν τον χριστιανισμό, ποτέ δεν παρασύρθηκαν σε μια μονόπλευρη άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Πάντα όλα είχαν ως στόχο τον ευαγγελισμό των ανθρώπων και τη βίωση του πνεύματος της αγάπης. Το ίδιο έγινε και στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, όταν η κοινωνική πρόνοια στο σύνολό της ήταν στα χέρια της Εκκλησίας με επικεφαλής —ποιούς άλλους;— τους μοναχούς μας. Η φιλανθρωπία δεν αποκόπηκε από τη ρίζα της, από την πνευματική άσκηση, από την προσευχή, από τον ευαγγελισμό των ανθρώπων.
Κάπως διαφορετικά παρουσιάζεται το όλο θέμα στην πορεία της δυτικής Εκκλησίας, κυρίως στα σχετικώς νεώτερα χρόνια. Εδώ το στοιχείο της κοινωνικής προσφοράς μεγάλωσε, θα έλεγε κανείς υπερτροφικά, σε σημείο που έγινε αυτόνομο. Λίγο-πολύ ξεχάστηκε κατά περιόδους η πνευματική αφετηρία του έργου, υποτιμήθηκε με ανθρώπινα κριτήρια η προσευχή και η άσκηση, και ο δυτικός μοναχισμός έφτασε σε μονομέρειες. Η οργανωμένη φιλανθρωπία πήρε διαστάσεις μεγάλες και συνδέθηκε τελικά στις χώρες ιεραποστολής με άλλα πράγματα. Από κοινωνική δράση έγινε κοινωνικός ακτιβισμός, αυτοτελής…
Αυτή η μορφή κοινωνικής δράσεως της Εκκλησίας με την πρωτοπορία των μοναχών της δυτικής Εκκλησίας έγινε ευρύτερα γνωστή και στους ορθοδόξους τα τελευταία χρόνια και εκτιμήθηκε χωρίς ενδοιασμούς. Συνέπεσε μάλιστα να γίνει γνωστή η οργανωμένη αυτή φιλανθρωπία σε μια εποχή που δεν είχε αναπτυχθεί ή και είχε οπισθοδρομήσει για λόγους ιστορικούς η δική μας ανάλογη δράση. Κι έτσι άρχισε να δημιουργείται στην ψυχή των πιστών μια σειρά από ερωτήματα, σαν αυτά που αναφέραμε στην αρχή. Βέβαια χρόνο με το χρόνο τα πράγματα αλλάζουν και στο τόπο μας. Η δημοσιότητα όμως δε φτάνει ως εκεί. Λίγοι γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι προβάλλουν την αξιόλογη πραγματικά δράση στους κόλπους της Εκκλησίας μας. Και όμως είναι μεγάλη και αυξάνεται συνεχώς. Μητροπόλεις και ενορίες, χριστιανικά σωματεία και οργανώσεις έχουν να παρουσιάσουν ένα πλήθος γηροκομεία και ορφανοτροφεία, οικοτροφεία για άπορα παιδιά, σχολές και κάθε λογής φιλανθρωπικά ιδρύματα. Κι όλα αυτά χωρίς θόρυβο και τυμπανοκρουσίες, με πρωτεργάτες αφανείς κληρικούς και μοναχούς, ευσεβείς λαϊκούς και πλήθος άλλων συνεργατών και βοηθών. Αν δεν τα γνωρίζουμε, είναι γιατί είμαστε λίγο πληροφορημένοι ή γιατί μας απορροφούν οι καθημερινές βιοτικές μέριμνες. Η άγνοιά μας όμως δεν σημαίνει και απουσία κοινωνικής δράσεως της Εκκλησίας…
Πέρα από την πρακτική. πλευρά του θέματος όμως παραμένει και η θεωρητική, η θεολογική του όψη. Η κοινωνική δράση έχει υπέρ αυτής μια σειρά από επιχειρήματα. Η αγάπη γίνεται πράξη και η αλληλεγγύη μας με τους πάσχοντες παίρνει χειροπιαστή μορφή. Έτσι το Ευαγγέλιο είναι ζωντανό παράδειγμα για τον σημερινό άνθρωπο κι όχι μόνο θεωρία. Η δραστικότερη μορφή ευαγγελισμού, σύμφωνη άλλωστε με την παραβολή της μελλούσης κρίσεως, είναι η κοινωνική δράση.
Υπάρχει όμως και ο αντίλογος. Η κοινωνική δράση γρήγορα μπορεί να καταλήξει στον ακτιβισμό και την αυτάρεσκη πεποίθηση του ανθρώπου πως κερδίζει μόνος τη σωτηρία του. Κι όσο για τα αποτελέσματα δεν είναι πάντα τόσο σίγουρα, όπως δείχνουν τα παραδείγματα ιεραποστολής μέσα από κοινωνική δράση στην Αφρική και αλλού. Κι έπειτα, όταν έλθει η ώρα που το κράτος θα αναλάβει αυτό την κάλυψη των τομέων που έχει τώρα η Εκκλησία, τί θα γίνει; Δεν ελλοχεύει ο κίνδυνος να ξεχαστεί εύκολα ο χριστιανισμός, αφού επιτελούσε το έργο της κοινωνικής πρόνοιας;
Παρόμοια είναι και τα υπέρ και τα κατά για την άσκηση. Διατηρεί τον πνευματικό χαρακτήρα του χριστιανισμού και κάνει τον άνθρωπο να διακρίνει τα όρια που τον χωρίζουν από τον κόσμο και την ύλη. Από την άλλη όμως κινδυνεύει να απομονωθεί από τον κόσμο και να κλειστεί στον εαυτό του ο α¬σκητής, χωρίς να μπορεί να επιτελέσει το ιεραποστολικό του καθήκον.
Η σύντομη αναφορά στη συνηθισμένη επιχειρηματολογία έδειξε πόσο επισφαλής είναι η μέθοδος απομονώσεως ενός στοιχείου της χριστιανικής κοινωνίας από το σύνολο της πίστεως και της ζωής της, και φαίνεται για μια ακόμα φορά πόσο δυσεύρετος είναι ο σωστός δρόμος, όταν λησμονήσει κανείς την πείρα της Εκκλησίας, όπως διαμορφώθηκε στη πορεία της.
Η κοινωνική δράση δεν μπορεί και δεν πρέπει να απομονωθεί από την άσκηση, που ήταν και μένει το θεμέλιο της πνευματικής ζωής όχι μόνο των μοναχών, αλλά όλων των χριστιανών. Αλλά και η άσκηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να πάψει να συνδέεται με την κοινωνική δράση, γιατί μόνον έτσι ξεπερνά τον κίνδυνο να αποβεί μια αποσπασμένη από τη ζωή ατομοκρατική απόλαυση. Η κοινωνική δράση είναι πάντα απαραίτητο και αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής της Εκκλησίας —και είναι παρήγορο και ενθαρρυντικό σημάδι ότι τελευταία επεκτείνεται και μεγαλώνει σε έκταση και βάθος στον τόπο μας. Αρκεί να μη γίνει αυτοσκοπός, ένα είδος κοινωνικής πολιτικής, παράλληλη ή παραπλήσια με την κοινωνική πρόνοια του κράτους και το ίδιο απρόσωπη όπως εκείνη. Γιατί η κοινωνική δράση είναι γνήσια χριστιανική όταν διατηρεί το χαρακτήρα της ως εκφράσεως της αγάπης του Χριστού για τον αδελφό, «δι’ ον ο Χριστός απέθανε». Γνώρισμά της είναι ο προσωπικός δεσμός του χριστιανού με τον πάσχοντα, πέρα από την απλή υλική περίθαλψή του.
Η αγάπη αυτή όμως είναι δυνατή, όταν πιό πριν οι χριστιανοί έχουν ασκηθεί, έχουν τουλάχιστον προσπαθήσει να ανέβουν την κλίμακα της πνευματικής αναβάσεως, έχουν γευτεί τον καρπό της κοινωνίας με το Θεό. Γιατί η άσκηση δεν είναι ποτέ απομόνωση και κλείσιμο του ανθρώπου στον εαυτό του, αλλά κοινωνία με το Θεό και τον συνάνθρωπο μέσα στη βέβαιη ελπίδα του νέου κόσμου. Δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά ένταξη στον κόσμο του Ευαγγελίου, κόσμο χαράς και αγάπης, που ποτέ δεν έπαψε να ποθεί ο καθένας μας. Κριτήριο, λοιπόν, για τη σωστή κοινωνική δράση μας είναι η άσκησή μας και κριτήριο για την χριστιανικότητα της ασκήσεώς μας είναι ο μετασχηματισμός της σε έργα αγάπης σε κάθε τομέα, φυσικά και στον κοινωνικό.
Read more »

Η ζωή στο αγιορείτικο κοινόβιου της Ιερέας Μονης Ιβιρων του Αγιου Ορους


 Η φύση μας ζητά την κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. «Οὐδὲν γὰρ οὕτως ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῶν, ὡς τὸ κοινωνεῖν ἀλλήλοις καὶ χρήζειν ἀλλήλων καὶ ἀγαπᾷν τὸ ὁμόφυλον, γράφει ο Μ. Βασίλειος.[1]Αυτόν τον χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής διασώζει το κοινόβιο, κατά τον ίδιο Άγιο, ώστε ούτε το «παρὸν» να γίνεται «ἄχρηστον» ούτε το «ἐλλεῖπον απαραμύθητον».[2]Διασώζεται «ἡ τῶν μελῶν πρὸς ἄλληλα σχέσις τε καὶ ὑπηρεσία καὶ ὑποταγὴ πρὸς τὴν κεφαλὴν ἡμῶν, ἥτίς ἐστιν ὁ Χριστὸς»[3]και η «ἐν τῷ ἑνὶ τοῦ Πνεύματος ἐνέργεια εἰς πάντα ὁμοῦ διαβαίνει»[4]. Έτσι, το κοινόβιο είναι εικόνα της Εκκλησίας, «στάδιον ἀθλήσεως καὶ προκοπῆς εὐοδία καὶ διηνεκὴς γυμνασία καὶ μελέτη τῶν τοῦ Κυρίου ἐντολῶν [...] σκοπὸν μὲν ἔχουσα τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ [...] χαρακτῆρα δὲ σώζουσα τῶν ἐν ταῖς Πράξεσιν ἱστορουμένων ἁγίων».[5]
Γίνεται κανείς μοναχός, γιατί βρίσκει το νόημα της ζωής του στην κοινωνία με τον Θεό. Νιώθει την προσωπική του ανεπάρκεια και ζητά το έλεός Του. Στη φιλανθρωπία της, η Εκκλησία έχει οικονομήσει πολλούς τρόπους μοναχικής ζωής. Άλλοι, διαφορετικά ο καθένας, τους αξιολόγησαν. Εμείς θ᾿ αρκεστούμε στα λόγια του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου: «Ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσιν ἔργοις καὶ πράξεσιν ὁ διὰ Θεὸν βίος παμμακάριστος».[6]
Το κοινόβιο ακολουθεί μια μέση οδό, χωρίς ακρότητες. Είναι ένας τρόπος να οικονομηθούν διάφοροι χαρακτήρες και εφέσεις μέσα σ᾿ ένα χώρο κι έναν τύπο ζωής. Κι έχει επιτυχή αποτελέσματα, γιατί δεν είναι ανθρώπινο έργο. Ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το ίδρυσε και το συνέχει. Αυτός δήλωσε στον άγιο Παχώμιο, τον πρώτο κοινοβιάρχη: «Θάρσει, ὅτι ἡ ῥίζα τοῦ σπέρματός σου ἕως αἰῶνος οὐ μὴ ἐκλείπῃ· καὶ ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος φυλαχθήσεται τὸ σπέρμα σου ἐπὶ τῆς γῆς».[7]
Στο κοινόβιο υπάρχει ένα ορατό πλαίσιο που βοηθά τον μοναχό να εγκεντρισθεί στην «καλλιέλαιον» της Εκκλησίας, με τις ακολουθίες, τον κανόνα, τα διακονήματα, την υπακοή… Υπάρχει μια νομοθεσία, οι αγγελικές και πατερικές «ὑποτυπώσεις», που χαράζουν την πορεία προς την ελευθερία. Όταν ο άγιος Παχώμιος θεωρεί λίγο τον κανόνα της προσευχής, ο Άγγελος του απαντά: «Ἱκανόν. Ταῦτά τε διετύπωσα, ὡς φθάνειν καὶ τοὺς μικροὺς ἐπιτελεῖν τὸν κανόνα καὶ μὴ λυπεῖσθαι ὡς ἀποιήτους· οἱ δὲ τέλειοι νομοθεσίας χρείαν οὐκ ἔχουσιν, καθ᾿ ἑαυτῶν γὰρ ἐν ταῖς κέλλαις ὅλον ἑαυτῶν τὸ ζῇν τῇ τοῦ Θεοῦ νομοθεσίᾳ παραχωρείτωσαν».[8]
Στην Εκκλησία ικανοποιούνται οι εφέσεις της ανθρώπινης φύσεως. Και στα πλαίσια του κοινοβίου κανείς αξιοποιεί σωστά τις δυνατότητες και καλλιεργεί τον χαρακτήρα του. Η υπακοή, η προσπάθεια ν᾿ ακολουθήσει κανείς το θέλημα του Θεού, τον καθαίρει και ενοποιεί τις δυνάμεις που διέστρεψε ο εγωισμός. Έτσι, κάνει το μικρό του έργο, χωρίς να το απολυτοποιεί εγωιστικά, αλλά με το να το εντάσσει στο κοινό σώμα της μονής, στο κοινό σώμα της Εκκλησίας, και να δέχεται τη χάρη του Χριστού, της κεφαλής του σώματος. Έτσι, από τη σύνολη κοινότητα του κοινοβίου είναι δυνατό να τηρηθούν όλες οι εντολές, να μεταδοθούν τα χαρίσματα, να φανερωθούν και θεραπευτούν τα ελαττώματα και ν᾿ αναπληρωθούν οι ελλείψεις, όπως διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος.[9]
Το κάθε τι βρίσκει τη θέση που του αρμόζει. Ο κάθε μοναχός ενεργεί διαφορετικά, μέσα στα πλαίσια του κοινοβίου. Όμως, και το παραμικρό που κάνει αποκτά σωτήρια σημασία. Είναι χαρακτηριστικοί οι αδιάλειπτοι έπαινοι στις κατηχήσεις ενός μεγάλου κοινοβιάρχη, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, για το κάθε ένα ‒σημαντικό ή ασήμαντο‒ διακόνημα και τα επιγράμματα που αφιερώνει στον κάθε ένα διακονητή. Σ᾿ αυτά βλέπουμε τη γεμάτη στοργή ποιμαντική της Εκκλησίας. Αγιάζεται κάθε υλική απασχόληση κι η πνευματική ζωή παίρνει σάρκα.
Με την ταπεινή και αφανή ζωή του, ο άγιος Ευφρόσυνος, άσημος μάγειρας κάποιου μοναστηριού, γεύεται τα παραδείσια μήλα. Η αγία Ισιδώρα του κοινοβίου των Ταβεννησιωτών προσκυνείται και ανακηρύσσεται πανηγυρικά από τον μεγάλο γέροντα της ερήμου όσιο Πιτυρούν. Έτσι, πέρα από μια ορατή, υφίσταται και μια αόρατη ιεραρχία στο κοινόβιο που, όταν αποκαλύπτεται σε ονομαστούς γέροντες, τους κάνει να φιλούν τα πόδια άσημων και παραριγμένων μοναχών.
Στο μοναστήρι αξιοποιείται η καθημερινότητα. Πράξεις απλές, όπως η συμμετοχή στη θεία λατρεία ή μια ασήμαντη απασχόληση, δεν φέρνουν ανία αλλ᾿ εναποθηκεύουν αόρατα τη θεία χάρη στην ψυχή ‒όταν γίνονται κατά Θεόν‒, σαν σταγόνες σε δεξαμενή. Αρκεί μια φανέρωση της Χάριτος, για να στερεωθεί μέσα στον μοναχό η «πληροφορία τῆς πίστεως».[10] Έτσι, νιώθει κανείς την αξία των λίγων και μικρών που κάνει και βεβαιώνεται ότι βαδίζει στον σωστό δρόμο.
Βοηθούν και οι αδυναμίες των άλλων. Με τις συγκρούσεις που προκαλούν, ανακαλύπτει κανείς τον εαυτό του, τις δικές του αδυναμίες. Λειαίνονται οι αδελφοί, όπως οι πέτρες που παρασέρνει το ποτάμι και τις τρίβει μεταξύ τους. Αλλά και οι ελλείψεις αναπληρώνονται. Το «περίσσευμα» της προσευχής, της εργατικότητας ή της σοφίας του ενός αναπληρώνει το υστέρημα του άλλου. Μια παροδική αδυναμία του ενός στον κοινόν αγώνα δεν φέρνει απελπισία ή καταστροφή, προσωπική ή συλλογική. Σαν ένα σώμα, η αδελφότητα πορεύεται τον ίδιο δρόμο, αντιμετωπίζει τον ίδιον αντίπαλο κι έχει τη δυνατότητα να συγκρατεί ένα μέλος, όταν εκείνο ατονήσει, μέχρι να δυναμώσει και να συμμετάσχει ξανά στον αγώνα, βοηθώντας ενδεχομένως κι άλλους με τη σειρά του.
Δεσπόζουσα είναι η παρουσία του ηγουμένου, που είναι ο Γέροντας, ο πατέρας των αδελφών, στον οποίον ο Κύριος έχει εμπιστευθεί τις ψυχές τους. Με τη χάρη του Θεού, διερμηνεύει το θέλημά Του για τον κάθε ένα μοναχό. Από υψηλή σκοπιά διακρίνει τις μεθοδείες του πονηρού και διατηρεί ασφαλές το λογικό του ποίμνιο. Όπως ο θεόπτης Μωυσής και ο Απόστολος Παύλος, μεσιτεύει ανάμεσα στον Θεό και στα πνευματικά του τέκνα, προσεύχεται γι᾿ αυτά και τα οδηγεί στη σωτηρία. Κι οι αδελφοί, υπακούοντάς τον, υπακούουν στον Θεό που τον έθεσε ως κεφαλή τους και τον φωτίζει.
Η υπακοή φέρνει τη χάρη του Θεού και μ᾿ αυτήν οι τυφλοί πνευματικά αναβλέπουν ακόπως, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος.[11]
Ελεύθεροι από το βάρος του εγωιστικού τους θελήματος, βαδίζουν απερίσπαστα. Έτσι προχωρεί το σκάφος της αδελφότητος, με κυβερνήτη τον ηγούμενο, που μεριμνά και για τις ποικίλες διοικητικές και οικονομικές ανάγκες του κοινοβίου· με ναυκλήρους τους πνευματικούς ή άλλους παλαιότερους αδελφούς, που με την πείρα τους στηρίζουν τα νεώτερα μέλη και βοηθούν τον ηγούμενο να χαράξει την πορεία· και ναύτες τους αδελφούς, που κάθε ένας τους συμβάλλει στη ζωή του μοναστηριού από την πλευρά του και κατά τις δυνάμεις του.
Εκδήλωση αυτής της πορείας είναι και οι ‒συνήθως εβδομαδιαίες‒ συνάξεις. Σ᾿ αυτές ο Γέροντας δίνει κατευθύνσεις σε ορισμένα γενικότερα θέματα της ζωής των αδελφών και της λειτουργίας της μονής και υπομνηματίζει τη σημασία διαφόρων εορταστικών και λειτουργικών περιόδων. Και οι αδελφοί αναφέρονται στα καθημερινά ζητήματα, ανταλλάσσουν την πείρα τους και συζητούν σχετικά.
Στοιχείο αναπόσπαστο της μοναστηριακής ζωής είναι και η φιλοξενία των προσκυνητών. Τα τελευταία χρόνια έρχονται πολλοί στο Όρος, Έλληνες και αλλοδαποί, Ορθόδοξοι και μη, διαφόρων ηλικιών και επαγγελμάτων. Οι προσκυνητές εντάσσονται στο πρόγραμμα της μονής. Ένας αδελφός αναλαμβάνει την υποδοχή τους, άλλοι την τακτοποίησή τους στο «αρχονταρίκι» (ξενώνα) κι άλλοι την επαφή μαζί τους. Συμμετέχουν στην ακολουθία και τρώνε στην κοινή τράπεζα. Ησυχάζουν για λίγο από τις εγκόσμιες μέριμνες και συζητούν τα προβλήματα που τους απασχολούν.
Έτσι, το κοινόβιο είναι έξω από τον κόσμο αλλά συμμετέχει στη ζωή του με τον δικό του τρόπο. Δεν εντάσσεται στις υπάρχουσες κοινωνικές δομές, είναι όμως κοινότητα με τη δική της συγκρότηση, με κέντρο τον Θεάνθρωπο και πνεύμα θυσίας. Γι᾿ αυτό και είναι κοινωνία ανοιχτή και μπορεί να δεχτεί τον καθένα και να τον βοηθήσει να βρει τη χαμένη προσωπική ή συλλογική ενότητα.
Τον χαρακτήρα του κοινοβίου υποδηλώνει και η αρχιτεκτονική του. Στη μέση το «καθολικό» (ο κεντρικός ναός) και γύρω τα κελλιά των αδελφών, η τράπεζα, ο ξενώνας, χώροι εργασιών και αποθήκες. Η καρδιά της μονής πάλλει στο καθολικό. Όλες οι λειτουργίες (διακονήματα, φαγητό, συνάξεις, ανάπαυση) έχουν κέντρο τους τη θεία Λειτουργία. Αποτελούν την προσκομιδή: προσφορά της κτίσεως, των ανθρωπίνων έργων, της υπάρξέως μας… στον Θεό, τα «σὰ ἐκ τῶν σῶν», απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της θείας Λειτουργίας.
Η θεία λατρεία επεκτείνεται σ᾿ όλη τη ζωή του κοινοβίου. Κάθε πράξη γίνεται υπό το πρίσμα της. Κάθε τι είναι ιερό, γιατί προσφέρεται στον Θεό. Η εργασία γίνεται για τον Θεό και τον πλησίον, μοναχό ή προσκυνητή. Με το φαγητό και τον ύπνο, απονέμονται στη φύση τα χρειώδη του σώματος· κι όταν γίνεται σωστή χρήση τους, δοξάζεται ο Θεός που τα οικονόμησε έτσι. Κι ένας περίπατος, σαν τη χορδή του τόξου που χαλαρώνει, κατά τον Μ. Αντώνιο, οικονομεί την αδυναμία της φύσεως και, με τη χάρη του Θεού, συντελεί στην ωρίμανσή της. Όλα μπορούν να γίνουν προσφορά στον Θεό κι όλα να συνδυαστούν με την προσευχή. Η ευχή του Ιησού είναι επίκαιρη κάθε στιγμή.
Το πρόγραμμα του κοινοβίου είναι το πλαίσιο που, όταν αξιοποιηθεί, συντονίζει τα μέγιστα τη ζωή του μοναχού με τον ρυθμό της Εκκλησίας. Αν και υπάρχουν διαφορές από μοναστήρι σε μοναστήρι, είναι το ίδιο σε γενικές γραμμές. Η καθημερινή ζωή αρχίζει λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Πρώτο μέλημα και σκέψη του μοναχού, η «πρωτόνοια», ο κανόνας του: μερικά κομποσχοίνια με την ευχή του Ιησού και με προσκυνητές ‒μικρές‒ μετάνοιες και μια ή δυο εκατοντάδες μεγάλες, όπως έχει ορίσει ο Γέροντας για τον κάθε ένα. Έτσι, η ενέργεια του νου, τη στιγμή που είναι καθαρός, προσφέρεται στον Θεό.
Μ᾿ αυτά τα θεία νοήματα πηγαίνει στη συνέχεια στο καθολικό, όπου, με το Μεσονυκτικόν, αρχίζει η πρωινή ακολουθία. Μετά τη γαληνή απαγγελία του Μεσονυκτικού, του Εξάψαλμου και των Ψαλμών του Όρθρου, ο εγκωμιασμός και η επίκληση της βοήθειας των Αγίων και της Παναγίας, με τους κανόνες και την «Τιμιωτέραν». Κορύφωση του Όρθρου, η αίνεση του Θεού, με τους Αίνους και τη Δοξολογία. Μετά την ανάγνωση των Ωρών, τελείται η θεία Λειτουργία: διάλογος με τον Κύριο· προσφορά του εαυτού μας και των έργων μας και αντιπροσφορά του ίδιου του Κυρίου, ορατά και αόρατα, με την άκτιστη χάρη Του στα κτιστά είδη του ψωμιού και του κρασιού που μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Του. (Κατά τις μεγάλες γιορτές όλες οι ακολουθίες τελούνται λαμπρότερα, μαζί στην αγρυπνία, που αρχίζει λίγο μετά τη δύση του ηλίου και διαρκεί από εφτά έως δέκα ώρες.) Στη συνέχεια, στα περισσότερα μοναστήρια οι αδελφοί αποσύρονται στα κελιά, για να διατηρήσουν τη χάρη της θείας Λειτουργίας και να αναπαυθούν, αν είναι κουρασμένοι από την ακολουθία.
Λίγες ώρες μετά, το κοινό γεύμα. (Στις αργίες, αμέσως μετά τη θεία Λειτουργία, με πομπή και ύμνους, κατευθύνονται οι αδελφοί προς την τράπεζα.) Αφού ευλογηθεί το φαγητό από τον ηγούμενο, οι αδελφοί τρώνε, ενώ ο αναγνώστης διαβάζει βίους Αγίων, πανηγυρικούς λόγους ή πατερικά κείμενα σχετικά με τη μοναχική ζωή. Έτσι, ευλογείται ο χορηγός της υλικής τροφής Θεός και παράλληλα τρέφεται κι ο νους με θεία νοήματα. Η υλική πράξη αγιάζεται και γίνεται πνευματικό γεγονός.
Στη συνέχεια οι αδελφοί πηγαίνουν στα «διακονήματα», δηλαδή στις διάφορες εργασίες για τη λειτουργία και συντήρηση της μονής και τη φιλοξενία των προσκυνητών. Καθένας, κατά την κλίση του και κατά τις ανάγκες της μονής, επιτελεί επί ένα και περισσότερα χρόνια ένα ορισμένο διακόνημα. Προσφέρει κατά τις δυνάμεις του. Οι δυνατότεροι εργάζονται περισσότερο, κάποιοι άλλοι λιγότερο, αξιοποιώντας διαφορετικά τον χρόνο τους και βοηθώντας ανάλογα το κοινόβιο με την πνευματική μελέτη, την προσευχή, την «ησυχία»… Τα διακονήματα, βαρύτερα ή ελαφρύτερα, δύσκολα ή εύκολα, χειρωνακτικά ή όχι, όταν γίνονται εν Χριστώ, έχουν την ίδια αξία και προσφέρουν εξίσου στο κοινό.
Μετά τη λήξη των εργασιών, τρεις ώρες πριν από τη δύση του ηλίου, αρχίζει ο Εσπερινός, μια δοξολογία του Θεού για το ιλαρό φως Του που μας χαρίζει με το τέλος της ημέρας. Την Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή (εκτός από την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής και της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, οπότε αυτό συμβαίνει μόνο τα σαββατοκύριακα) υπάρχει δείπνο μετά τον Εσπερινό. Λίγο πριν από τη δύση του ηλίου, τελείται το Απόδειπνο, η τελευταία ακολουθία της ημέρας, που συνδυάζεται με τους Χαιρετισμούς.
Μετά παύει κάθε κίνηση στη μονή, η εξωτερική πόρτα κλείνει κι οι αδελφοί αποσύρονται στα κελιά τους κατ᾿ ιδίαν, να αναλογιστούν μπροστά στον Θεό τη μέρα που πέρασε, να μελετήσουν, προσευχηθούν κι αναπαυθούν. Η μέρα, όπως άρχισε, έτσι και τελειώνει: με τη μνήμη του Θεού. Κι η ζωή του μοναχού αποτελεί έναν κύκλο με κέντρο τον Θεό. Αυτός είναι η αρχή και το τέλος της μέρας, αλλά κι η αρχή, η οδός και το τέλος της ανθρώπινης ζωής.
Read more »

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Το νόημα της ζωής μας και το θείο θέλημα


Ο Κύριός μας με την παρουσία του «εποίησε τα πάντα καινά». Αυτό είναι το νόημα και το σύνθημα και στις σημερινές δύσκολες ημέρες, που περνούμε πέραν των υπολοίπων, που μας απασχολούν. Σήμερα περισσότερο από άλλοτε ο άνθρωπος πλανάται «εις τον κύβο», δεν έχει αφήσει τίποτε όρθιο. Και στην πίστη του και στη συμπεριφορά του και γενικά στον τρόπο της ζωής του, όλα έχουν χρεοκοπήσει. Ακόμα και ο τρόπος που κάνει χρήση ο σημερινός άνθρωπος, είναι τόσον χρεοκοπημένος, διότι πραγματικά δεν ζει «χρώμενος τω κόσμῳ», αλλά «παραχρώμενος» κατά κόρον. Έχει γίνει νόμος η σπατάλη, ώστε να πιστεύουν οι άνθρωποι σήμερα, ότι χωρίς σπατάλη η ζωή είναι δυστυχία. Και όντως γίνονται δυστυχείς με τη σπατάλη. Οι ελάχιστοι πιστοί που έχουμε απομείνει, είμαστε υποχρεωμένοι και σ’ αυτό να πρωτοστατούμε, δίνοντας το σύνθημα και το μάθημα της αυτάρκειας και της χρείας, όχι της επιθυμίας. Γενικά στον παραπαίοντα άνθρωπο, που τα έχασε όλα και νομίζει ότι δεν υπάρχει πλέον τίποτε πρέπει να αποδείξουμε ότι δεν είναι έτσι. Ο άνθρωπος έχει την προσωπικότητά του. Η σωτηρία υπάρχει. Ο άνθρωπος δεν είναι θύμα, ούτε του θανάτου, ούτε καμιάς άλλης ατυχίας. Είναι το κατ’ εξοχήν δημιούργημα του Θεού, που τον απασχόλησε προσωπικά. Γι’ αυτό ήλθε να το αναζητήσει. Το αναζήτησε, το βρήκε και το σήκωσε στον ώμο του και του έδωσε δόξα.
Πέραν της προσωπικής φροντίδας για τη σωτηρία μας, επωμιζόμαστε και αυτήν ακόμα την αποστολή. Χάνεται ο σημερινός άνθρωπος. Ο Κύριός μας φεύγοντας τί μας είπε; «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη». Το «πορευθέντες» δεν έχει ποτέ σταματήσει. Το «πορευθέντες» δεν εννοεί μόνο ότι θα πάμε να βρούμε τους Κινέζους, τους Αιθίοπες και τους Αφρικανούς. Σήμερα δεν είναι ανάγκη να πορευθούμε, γιατί έρχονται αυτοί προς εμάς. Αφού έφθασαν στο τέρμα και δεν βρίσκουν τίποτε, γύρισαν και ψάχνουν και συνεχώς μας κατακλύζουν. Στο Άγιον Όρος πολλές χιλιάδες μας επισκέπτονται με καυτηριασμένη συνείδηση και αναζητούν, ώστε να μην αυταρκούμε να τους λέμε.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να πορευθούμε πουθενά. Γιατί το φως έχει αυτή την ιδιότητα. Χωρίς να κινείται, μόνο το ότι υπάρχει και ενεργεί σαν φως γίνεται γνωστό από όλα τα σημεία του ορίζοντα. Σήμερα οι άνθρωποι εκείνο που ζητούν αυτό είναι. Υπάρχει το Ευαγγέλιο; Και λέμε ναι, είναι το Ευαγγέλιο. Το μόνο που είναι, τίποτε άλλο δεν είναι. Γι’ αυτό πέραν της προσωπικής μας σωτηρίας πρέπει να αποδεικνύομε σ’ αυτούς που αναζητούν και προσπαθούν να δουν σ’ όλα τα σημεία που υπάρχει κάποια πυγολαμπίδα φωτεινή, που να δείχνει προσανατολισμό και κατεύθυνση, να το βλέπουν πάνω μας. Ορίστε, εδώ είμαστε εμείς που εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο. Σε μας ανταποκρίνεται το Ευαγγέλιο. Πάνω μας είναι.
Πολλές φορές έρχονται και αφού καθίσουν λίγο μαζί μας, μας ρωτούν το εξής. Θα σάς πούμε κάτι και μη γελάσετε. Μα γιατί να γελάσουμε; Δεν υπάρχει θέμα να γελάσομε. Εγώ με τη σύζυγό μου και τα δυό-τρία μας παιδιά δεν μπορούμε να μονοιάσουμε. Όσο και να προσπαθούμε, καθημερινά έχουμε διαφορές και διαφωνούμε και μαλώνουμε. Εσείς εδώ πώς μπορείτε; Είστε τόσοι νέοι από όλη τη γη, με ανατροφές διαφορετικές, με χαρακτήρες διαφορετικούς. Πώς μονοιάζετε και ειρηνεύετε; Κάθεστε ήσυχα και βλέπουμε πάνω σας την ειρήνη, που δεν την έχομε εμείς. Ε, λέμε, απλούστατα. Τα αποτελέσματα που βλέπετε είναι αυτά που λέει το Ευαγγέλιο. Η αποτυχία σήμερα του ανθρώπου, είναι που στηρίζεται στον εαυτό του και την γνώση του. Είναι ατελείς οι ανθρώπινοι παράγοντες, και η ανθρώπινη σκέψη και δράση και δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα.
Ο άνθρωπος τί είναι; Είναι όργανο του θανάτου μετά την πτώση. Ακριβώς εκείνο που μας τελειοποιεί, μας αναδεικνύει νικητές και θαρραλέους και αποδεικνύουμε την πραγματικότητα είναι η υπέρ φύσιν θεία Χάρις την οποίαν αντλούμε με την πίστη μας προς τον Θεό Λόγο που παρουσιάστηκε και μας έδειξε το δρόμο. Αυτό λείπει και από σας. Γι’ αυτό, αυτό που το βλέπετε ήδη πραγματοποιούμενο πάνω στους πιστούς, είναι αυτό που υπάρχει άπλετο και μοιράζεται εξ ολοκλήρου στον κάθε άνθρωπο, στον κάθε χαρακτήρα. Μόνον πιστέψετε. Μπείτε μέσα στην Εκκλησία, που είναι η πηγή και ο φορέας αυτής της Χάριτος, να πάρετε και σεις δύναμη από εκεί. «Οι διψώντες πορεύεσθε εφ’ ύδωρ», οι πεινώντες, ιδού η τράπεζα γέμει, ο μόσχος πολύς.
Η παρουσία του Λόγου του Θεού συμπλήρωσε τα σύμπαντα. Δεν έχει μείνει τίποτε κενό. Πηγαίνετε εκεί ακριβώς που υπάρχει αυτή η πηγή, να πάρετε αυτό που σας λείπει. Αυτοί είναι οι τρόποι, που μπορούν να πείσουν σήμερα τον άνθρωπο. Γιατί ακριβώς δεν το ξέρει αυτό και προσπαθεί να το βρεῖ με την έρευνα της λογικής και την ανθρώπινη προσπάθεια. Γι’ αυτό καταφεύγει στις κούφιες φιλοσοφίες και πελαγώνει εκεί μέσα. Και μείς του λέμε απλά πράγματα. Όχι, αγαπητέ μου, άφησε τα αυτά. Δεν βγαίνει τίποτε. Η «μωρία» του κηρύγματος είναι ἐκείνη που σώζει. Η σοφία του κόσμου τούτου είναι μωρία εις Θεόν. Και «η φιλία του κόσμου έχθρα εις Θεόν». Ποιού κόσμου; Η φιλία των μέσων, που ο πλανεμένος άνθρωπος φαντάζεται ότι θα λύσει τα προβλήματά του, εκείνη είναι η έχθρα. Όχι, ο άνθρωπος καθ’ εαυτόν ως πρόσωπο. Δεν λύνονται τα προβλήματα με την ανθρώπινη γνώση. Τα προβλήματα λύνονται με την πίστη προς τον Θεό. Πιστεύοντες στον Θεό αντλούμε από Αυτόν. Διότι η πτώση τί ήταν; Η πτώση δεν ήταν τοπική, δηλ. φύγαμε από ένα μέρος και πήγαμε σε ένα άλλο. Η πτώση ήταν η διακοπή των σχέσεων μας με τον Θεό. Διότι όλα τα κτίσματα, μηδέ των ανθρώπων και των αγγέλων εξαιρουμένων, ό,τι και αν έχουν το έχουν κατά μετοχήν. Οτιδήποτε υπάρχει έξω από την προσωπικότητα του θείου είναι όλα κατά μετοχήν. Δεν υπήρχαν κάποτε. Μπήκαν σε ενέργεια από την πηγή της υπάρξεως, της δυνάμεως, της ζωής. Αυτός τα έβαλε σε ενέργεια και βρίσκεται ανάμεσά τους. Αυτός τους παρέχει τη δύναμη στο να υπάρχουν, που δεν υπήρχαν. Στο να ισορροπούν, που είναι αδύνατον από μόνα τους, και στο να φθάσουν στο τέρμα του προορισμού που τα έχει βάλει. Αυτές τις τρεις κινήσεις κάνει συνεχώς ο Λόγος του Θεού. «Ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι». Άρα λοιπόν τα σύμπαντα κινούνται κατά μετοχήν.
Η πτώση τί είναι λοιπόν; Η πτώση είναι ότι πλανήθηκαν κάποτε οι άνθρωποι και έκοψαν τις σχέσεις τους με τον Θεό και έμειναν μόνοι τους. Και πέθαναν. Όπως «ου δύναται το κλήμα αφ’ εαυτού φέρειν καρπόν εάν μη μείνει εν τη αμπέλῳ». Εάν το κόψεις το κλήμα από τη ρίζα θα ξεραθεί. Αυτό πάθαμε εμείς. Αυτή είναι η πτώση. Τώρα όλη η προσπάθεια ποιό σκοπό έχει; Να επανασυνδέσουμε τον εαυτό μας με την πηγή. Είναι αδύνατον εμείς να ζήσομε. Είναι αδύνατον να βγούμε από τον μύλο του θανάτου, της φθοράς, του πόνου και της καταστροφής στην οποίαν πέσαμε, αφού αποκοπήκαμε από την πηγή της ζωής. Όλη η προσπάθεια αποσκοπεί στο να επανακολλήσομε τον εαυτό μας εκεί. Να έλθουμε σε επαφή. Ο τρόπος της επαφής ποιός είναι; Δεν είναι άλλος παρά το να πιστέψομε ότι αυτή είναι η ζωή και να εφαρμόσομε αυτά που μας έχει υποδείξει. Έτσι ξαναβάζομε πίσω στην πρίζα το καλώδιο για να πάρομε από εκεί ρεύμα.
Η είσοδος είναι αυτή. Πιστεύομε σωστά ότι αυτός είναι ο Δημιουργός των όντων. Αυτός ο Δημιουργός των όντων Θεός, έχει σχέσεις μαζί μας πατρικές και εμείς, αφού μας τις έδωσε, έχομε υιικές. Αυτές λοιπόν οι σχέσεις πρέπει να επανασυνδεθούν. Εμείς φερόμενοι ως υιοί προς τον Πατέρα, με το απόλυτο καθήκον της υιότητος, να έχομε εξάρτηση από αυτόν. Οπότε θα επιδράσει πάνω μας η πατρική του στοργή και όλη η θεοπρεπής του ενέργεια. Διότι αυτός είναι η πηγή της ζωής. Αυτός είναι η αλήθεια, η ζωή, η οδός, η θύρα, το παν του παντός. Μετά ακολουθούν τα αποτελέσματα των θείων επαγγελιών. «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο απιστήσας κατακριθήσεται». Πιστεύοντες απόλυτα στο θείο θέλημα και εφαρμόζοντάς το, επαναφέρομε την σύνδεσή μας όπως πριν από την πτώση. Γιατί ήλθε Αυτός, η πηγή της ζωής, της αιωνιότητος και της αθανασίας και μας έδωσε τη δύναμη να το πράξομε.
Το νόημα της ζωής μας εδώ, δεν είναι κανένα άλλο. Κανένα απολύτως. Δεν μας ενδιαφέρουν ούτε τα υλικά, ούτε οι θεωρίες τους, ούτε γιατί είναι, ούτε γιατί πρόκειται να είναι. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι στο πώς να βρούμε τα πόδια μας, να βγούμε από μέσα στο χάος του θανάτου, να επανασυνδέσουμε τον εαυτόν μας στον κορμό του δένδρου της ζωής ούτως ώστε να ζήσομε και εμείς. Αυτή είναι όλη μας η σπουδή. Ο τρόπος είναι αυτός. Πιστεύοντες στον Θεόν, όχι γιατί είναι αυτός που είναι, εκείνος είναι έστω και αν δεν τον πιστέψομε εμείς. Εμείς ξεπέσαμε και είμαστε αυτήν την ώρα μέσα στο μύλο του θανάτου. Αν δεν βγούμε από εκεί ο μηδενισμός μας είναι οριστικός. Δεν χωράει καμιά συζήτηση εδώ. Η απώλεια και ο χαμός μας είναι θετικότατος. Και φρίττουμε και τρέμομε. Καθώς βλέπομε «εγγίζουσαν την ημέραν», όσο περνά ο χρόνος, και πηγαίνομε προς το τέρμα, εάν οι σχέσεις δεν αποκατασταθούν, το θέμα του θανάτου και της απώλειας είναι πλέον βεβαιότητα. Γι’ αυτό τρέμομε, πως να ανασυγκροτηθούμε, πως να βγούμε από εκεί μέσα. Αν είναι τρόπος αυτήν τη στιγμή να επανασυνδέσομε τον εαυτόν μας με την πηγή της ζωής, να αρχίσομε να ζούμε. Ο τρόπος είναι ακριβώς αυτός.
Ο τρόπος της πτώσεως ποιός ήταν; Ήταν η παράβαση του θείου θελήματος. Πλανηθήκαμε και νομίσαμε ότι μπορούμε μόνοι μας, εάν δεν εξαρτόμαστε από τον Θεό, να γίνομε θεοί. Και γίναμε ιδιότυποι διάβολοι. Αντίθεοι. Τώρα γυρίζομε πίσω και εφαρμόζομε με λεπτομέρεια, αφού έχομε την πείρα των δεινών που μας βρήκαν, με κτυποκάρδι, μήπως και δεν κάνομε αυτό που θέλει ο Θεός. Και είναι διπλή ύβρις. Διότι τότε δεν το ξέραμε. Τώρα το γνωρίζομε. Τότε η αξία που είχαμε ήταν μικρή. Τώρα η αξία που πήραμε με την κένωση του Θεού Λόγου είναι απέραντη, ασύλληπτη, απερίγραπτη. Φρίκη και τρόμος εάν ο άνθρωπος ξεχάσει και χάσει το νόημα. Τί να κάνομε, τα στερεά υγρά και τα υγρά αέρια; Να ισοπεδώσομε τα ψηλά και να σηκώσομε τα χαμηλά; Τί βλακείες είναι αυτές. Μέσα στην ύλη θα βρει ο «κατ’ εικόνα» Θεού «και ομοίωσιν» άνθρωπος ανάπαυση; Υπάρχει βλακωδέστερο συμπέρασμα από αυτό; Πίστις προς τον Θεό και υποταγή. Αυτό ήταν η αιτία της καταστροφής.
Δεν αρνήθηκαν ούτε ο Αδάμ, ούτε ο εωσφόρος τον Θεό προσωπικά. Άρνηση υπάρχει όταν αυτό που αρνούμαι μπορώ να το καταργήσω. Τα λογικά κτίσματα τα οποία εξέπεσαν και συνετρίβησαν αρνήθηκαν μόνο το θείο θέλημα, όχι το Θεό. Το θείο θέλημα μπορούμε να το αρνηθούμε. Γιατί αυτό εξαρτάται από μας να το πιστέψομε και να το εφαρμόσομε. Όταν δεν το πιστέψομε και δεν το εφαρμόσομε τότε το αρνούμαστε. Αυτή η μορφή της αρνήσεως προκάλεσε την καταστροφή. Γι’ αυτό και ο Λόγος του Θεού, όταν ήλθε να μας ανασηκώσει από την πολλή του αγάπη μας απέδειξε ότι το λάθος της πτώσεως ήταν δικό μας, δεν ήταν δικό του. Διότι αν δεν απαιτούσε ο Λόγος του Θεού υποταγή πάλιν προς το θείο θέλημα και εξάρτηση τότε θα αποδεικνυόταν ότι η πτώση ήταν λάθος του Δημιουργού.
Βλέπετε όμως ότι ο Θεός δεν έκανε λάθος αλλά τα πάντα ήταν «λίαν καλώς» καμωμένα. Ήλθε ο Λόγος του Θεού και από συμπάθεια έσχισε το χειρόγραφο, έδωσε την άφεση, άνοιξε την πύλη, έδιωξε τα Χερουβίμ και την φλογίνη ρομφαία, άφησε την είσοδο ελεύθερη και μας απέδειξε πρακτικά τούτο. Ορίστε, κύριοι, από μέρους μου είστε ελεύθεροι να ξαναμπείτε. Όμως θα διορθώσετε το σφάλμα σας. Ποιό Κύριε; Την παράβαση του θείου θελήματος που κάνατε στην αρχή. Θα αποδείξετε πρακτικά ότι την εφαρμόζετε τώρα. Να δείξετε ότι εσείς φταίτε και βγήκατε. Να! να σας το εφαρμόσω εγώ. Φοράει τη δική μας φύση και γίνεται πρακτικά υπήκοος μέχρι απολύτου υποταγής, ο Βασιλεύς της Δόξης. Υποδύεται αυτός τον ρόλο του υποτακτικού, μπαίνει μπροστά, να συγκινήσει τον άνθρωπο, να μιμηθεί και αυτός για να μη φανεί ο Κύριός μας ότι είναι δεσπότης στον άνθρωπο. Γιατί λέει: «Ουκέτι καλώ υμάς δούλους, ότι φίλοι μου εστέ». Βλέπετε μυστήρια. Βλέπετε απόλυτη αγάπη. Για να μην υποβιβάσει την ανθρώπινη προσωπικότητα, τη φοράει. Την κατάπτυστη ανθρώπινη προσωπικότητα, η οποία εκουσίως αντάρτεψε και αρνήθηκε, δεν την προσβάλει, αλλά την προσλαμβάνει αυτός και την τιμά. Και δεν διατάζει τον άνθρωπο να υποταχθεί για να μη φανεί ότι είναι κύριός του, γιατί λέει ότι είναι αδελφός του. «Ιδού αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και πατέρα ημών». Μπαίνει μπροστά παίζει το ρόλο του απολύτου υποτακτικού να συγκινήσει εμάς τους αναίσθητους, να τον μιμηθούμε.
Βλέπετε πόσο απλά είναι τα πράγματα. Αλλά και πόσο βέβαια και θετικά. Τώρα, ποιός είναι εκείνος που θα πει ότι χωρίς να υποταχθεί στο θείο θέλημα δικαιούται να γίνει μέτοχος των θείων επαγγελιών; Ούτε η τερατωδέστερη και δύσμορφη διάνοια μπορεί να το σκεφθεί αυτό το πράγμα. Όλοι μας λοιπόν όρθιοι. Με αναπεπταμένο το φρόνημα. Εδώ που μας κάλεσε ο Λόγος του Θεού, δεν έχει κανένα άλλο νόημα η ζωή μας, τούτο μόνο, νύκτα και ημέρα. Να είμαστε όρθιοι στην έπαλξη, κρατούντες τον οπλισμό μας. Να δούμε πόθεν έρχεται αυτός, ο οποίος μας πλανά και ποιό σκοπό έχει. Κάθε στιγμή δίνομε το σύνθημα της ομολογίας. Ζούμε για να ομολογούμε. Ποιό; Αυτό που αρνηθήκαμε. Ποιό ήταν αυτό; Το θείο θέλημα. Όταν σας ρωτήσει κανείς, τί κάνετε εσείς οι μοναχοί; Ομολογούμε. Ποιό πράγμα; Αυτό που αρνηθήκαμε. Τί είναι αυτό που αρνηθήκατε; Το θείο θέλημα.
Καθόμαστε εδώ σαν τους κυνηγούς και παρακολουθούμε. Αυτό που λέει ο Παύλος: «ου γαρ τα νοήματα αυτού αγνοούμεν». Αυτόν τον απατεώνα, ο οποίος δεν έχει άλλη δουλειά παρά μόνο σκέφτεται τη δική μας καταστροφή. Τον παρακολουθούμε, πότε έρχεται και πού μπαίνει και τί ζητά. Με χίλιους δυό δολίους τρόπους, από όλες τις απόψεις, από τους τρεις κύκλους της συστάσεώς μας, τον έσωθεν, τον έξω και τον πέριξ. Σ’ αυτούς τους κύκλους κινούμεθα. Και αυτός καιροφυλακτεί να μας απατήσει για να μη φυλάξομε το θείο θέλημα, για να μάς αποδείξει και πάλιν απίστους. Εμείς όμως δεν θα το κάνομε. Αλλά όρθιοι εκεί. Κι’ αν συμβεί να γλιστρήσουμε από απειρία, από αγνωσία, από αδυναμία, -που δεν τα συνερίζεται η Παναγάπη της Χάριτος και του Θεού-, αμέσως με τη μετάνοια θα τα διορθώσομε και θα δώσομε το παρόν μας.
Κύριε, εδώ είμαι. Μη μου το γράφεις, λάθος έγινε. Δεν σ’ αρνούμαι εγώ. Δεν θα σε αρνηθώ ποτέ. Και αν δεν με αξιώσεις να μπω στη γη της επαγγελίας, την απάθεια, θα ρίξω μόνος μου τα οστά μου μέσα στην έρημο της μετανοίας. Πίσω δεν θα γυρίσω. Αδύνατον να αρνηθώ το κέντρο της αγάπης μου. Αυτό είναι το σύνθημα του μοναχού. Όποιος το κρατά αυτό, πηγαίνει με τον πύραυλο, όχι με το αεροπλάνο. Θάρρος. Δεν πρόκειται να μας φράξει κανείς το δρόμο. «Μείζων ει ο εν ημίν ή ο εν τω κόσμῳ». Τί θα μας κάνουν. Να μας φοβίσουν; Τί να μας πάρουν; Δεν σηκωθήκαμε μόνοι μας, όλοι σας, όταν ακούσατε μέσα σας το «ακολούθει μοι» και τα πετάξατε όλα, οτιδήποτε λέγεται κόσμος και ήρθατε αυτοεξόριστοι στην έρημο; Και συνεχώς η έννοια σας ποιά είναι; Μήπως έφαγα πολύ, μήπως κοιμήθηκα πολύ, μήπως δεν έκανα καλά υπακοή; Μας τρώει αυτό το σαράκι. Πράγματι αυτή είναι η ενέργεια του θείου φόβου, αυτή είναι η ασφάλεια. Έτσι πρέπει να είναι.
Ο μακαρίτης ο παππούς (Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής), η ρίζα μας, για την οποίαν καυχόμαστε αυτό έλεγε: «Από την ημέρα που έβαλα αυτό το μαύρο, ούτε ψωμί εχόρτασα, ούτε νερό, ούτε ύπνο». Δεν κυριολεχτούσε. Ήλθε καιρός που χόρτασε. Ήλθε καιρός που ξεκουράστηκε. Δεν εννοούσε αυτό. «Η έννοια μου, ο θείος φόβος δεν έφυγε από μέσα μου». Γι’ αυτό είδατε το θρίαμβο. Αυτό πρέπει να ζηλέψομε. «Καλόν το ζηλούσθαι επ’ αγαθῷ». Τη ρίζα μας, τον πατέρα μας αυτόν, ο οποίος καταδέχθηκε να μας συναρμόσει πάνω στο δικό του όνομα και εργάστηκε αυτός για να δώσει σε μας κληρονομιά. Ένας αγράμματος νέος, ένας αγράμματος χωριάτης κι αυτός σαν και μένα κίνησε χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Δεν μπορούσε να διαβάσει και καλά, και όμως επειδή αγάπησε τον Θεό ολοκληρωτικά δεν μπόρεσε τίποτε να τον εμποδίσει. Αγωνίστηκε. Πόσος ήταν ο αγώνας; Πόση είναι η αιωνιότης και η ευτυχία τώρα!
Αυτά να σκέφτεστε και να ερεθίζετε τον εαυτόν σας. Μη φοβάσθε. Τις αλλοιώσεις, όταν θα αισθάνεστε ξηρασία, λόγω συστολής της Χάριτος, μη τις φοβηθείτε. Δεν είναι τίποτε αυτό. Είναι η φύση των πραγμάτων. Όταν αισθάνεσθε μέσα σας την παρηγοριά της Χάριτος μη ξεθαρρεύετε, δεν θα μείνει. Εμείς δεν πιανόμαστε από την αίσθηση, δεν κάνομε κριτήριο τα συναισθήματα, ούτε της ξηρασίας, ούτε του θριάμβου της παρηγοριάς. Όχι. Τα κριτήρια μας είναι η πίστη, η ενεργουμένη πίστη. Πιστεύοντες στον Χριστό μας και εφαρμόζοντες και έχοντες ως στόχο της ζωής μας το πανάγιο Του θέλημα από κει βγάζομε. Πόσο υποταχθήκαμε στο θείο θέλημα, πόσο εργασθήκαμε για να κρατήσομε την ακρίβεια της συνείδησής μας. Εκείνο είναι το κριτήριο. Τα συναισθήματα δεν τα μετροῦμε. Δεν είναι δικά μας αυτά. Δεν ζητούμε αμοιβή εδώ. Διά πίστεως βαδίζουμε, όχι δι’ είδους. Έτσι βάδισαν οι πατέρες μας. Έτσι θα βαδίσομε και εμείς. Διά πίστεως και μόνον. Η θεία Χάρις δεν θα μας αφήσει ποτέ. Θα μας παρηγορεί. Θα μας παιδεύει. «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει». Αλλά εμείς δεν παίρνομε από εδώ κριτήριο. Το κριτήριο μας είναι αυτό. Στο πόσο εργασθήκαμε με ακρίβεια συνειδήσεως. Και συνεχώς παρακαλούμε.
Είδατε τι διαβάζαμε προηγουμένως. Που είχε τον πόλεμο η αμμάς Σάρα, άνκαι κοπέλα. Παρακαλούσε να της δοθεί δύναμη αγωνιστική, όχι να της φύγει ο πόλεμος. Εκείνος ο μαθητής; Τον είδε ο Γέροντάς του που κουραζόταν. Πόλεμος σκληρός, δεν τον άφηνε τον καημένο να ξεκουραστεί καθόλου, ούτε να κοιμηθεί. Του λέει: «Τέκνον, λυπούμαι. Θέλεις να παρακαλέσω,-είχε παρρησία στον Χριστό-, να σου ανακουφίσει τον πόλεμο;». «Όχι, όχι, αλλά να μου δώσει δύναμη καρτερίας.» Μια χούφτα είναι οι ημέρες. Αύριο θα πάμε πού; Εκεί που είναι οι μάρτυρες, οι ομολογητές, οι προφήτες, οι Απόστολοι. Εκεί που είναι ο πρωτοπροφήτης και πρωταπόστολος και πρωτομάρτυρας, ο Λόγος του Θεού ο σεσαρκωμένος. Και όταν δούμε πάνω τους όλα τα στίγματα πού περιέφεραν το σταυρό, δε θα ντραπούμε εμείς, που δεν έχουμε τίποτε; Τουλάχιστον τούτο το λίγο. Την ακρίβεια της συνειδήσεώς μας. Στο να φυλάξομε το θείο θέλημα. Και ποιό είναι αυτό;
Είναι αυτό πού μας παρέδωσαν οι πατέρες μας. Είμαστε μοναχοί. Η ρίζα της μοναστικής ιδιότητός μας έγκειται σ’ αυτά τα δύο. Πρώτον να κρατήσουμε την αγνότητά μας, γιατί χωρίς αυτήν δεν υπάρχει τίποτε, και δεύτερον την υποταγή και την υπακοή. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Αυτό είναι η αντιγραφή του προτύπου. «Αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν» ταυτοχρόνως «και τελειωτήν Ιησούν», πού έγινε «υπήκοος μέχρι θανάτου». Και τί του χρειαζόταν η υποταγή Αυτού που είναι ο βασιλεύς της δόξης; «Ουκούν βασιλεύς ει συ;» του λέει ο Πιλάτος. Και απαντά:«εις τούτο γεγένημαι». Εγώ είμαι η βασιλεία. Αν υπάρχει βασιλεία, αν υπάρχει αρχή, αν υπάρχει εξουσία, αν υπάρχει κυριότης είμαι εγώ. Αλλά επειδή ήταν ταπεινός δεν τα έλεγε έτσι.
Αυτός για το δικό μας το χατίρι υπεδύθη το ρόλο του απολύτου υποτακτικού. Αν είσθε ανδρείοι μοναχοί, καθώς και είσθε, ξέρετε τί θα λέτε; Μην το θεωρήσετε παραλογισμό. «Κύριε μου, Ιησού Χριστέ, εάν σήμερα αποκαλυφθείς και πεις ότι σήμερα καταργώ το νόημα του Σταυρού, μπείτε από άλλο δρόμο, εμείς θα πούμε: «Όχι , Κύριε, δεν πάμε. Από εκεί που πήγες εσύ, θα πάμε και εμείς». Αυτό είναι η έκφραση, η αντανάκλαση της πραγματικής αγάπης. Μόνον έτσι θα ικανοποιήσουμε από μέρους την αγάπη μας προς εσένα. Γιατί εσύ πήγες από εκεί; Και εμείς από εκεί θα πάμε. Έτσι, λοιπόν, πρέπει να λέει ο μοναχός. Έτσι πρέπει να αισθάνεται. Αυτός είναι ο μοναχός.
Αυτά εύχομαι από ψυχής, να ερεθίζετε μέσα σας συνεχώς, να προκαλείτε τον εαυτό σας. Έτσι με θρίαμβο θα περάσομε. Δεν φοβόμαστε κανένα. Τί θα μας κάνουν; Μας απειλούν με θάνατο; Μακάρι να μας έφερναν σ’ αυτό το σημείο, αυτή την ώρα, όχι αύριο το πρωί. Όλες οι παλληκαριές του διαβόλου είναι φρούδα και άχυρα, όταν ο μοναχός είναι έτοιμος. Θα, θα, θα… Μα τί θα; Θα μας κάνεις κακά, θα μας κάνεις δεινά; Ποιά; Εμείς θάνατο ζητούμε, φέρτον εδώ αν είσαι άνδρας! «Σταυρού και θανάτου επαγγελίαν», «το απόκριμα του θανάτου εν εαυτοίς εσχήκαμεν». Δεν φοβόμαστε κανένα. Ελπίζοντες στην παρουσία της αγάπης του Χριστού μας, που είναι πάντοτε μαζί μας. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.
(Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που έγινε στις 23-7-87)
Read more »

Η έσχατη βία· ο θάνατος!


Η δαιμονική βία, στην προσπάθειά της να περάσει στο πνεύμα του αδαμικού ζεύγους, ως εξαιρετικά συμφέρουσα, την ιδέα της παραβάσεως της εντολής του Θεού, διαβεβαίωσε το ζεύγος αυτό, απατηλά και υποκριτικά, ότι, τρώγοντας από τον καρπό του απαγορευμένου δένδρου, δεν επρόκειτο, σε καμμιά περίπτωση, να πραγματοποιηθεί αυτό που ο Θεός τους είχε προαναγγείλει, ότι δηλ. θα πεθάνουν·
- «Ου θανάτω αποθανείσθε»! Διαβεβαίωσε η βία αυτή το αδαμικό ζεύγος!
*
Ο Θεός πράγματι είχε προαναγγείλει και είχε ξεκαθαρίσει τήη πορεία των πραγμάτων στην περίπτωση, που το αδαμικό ζεύγος θα διάλεγε ως τρόπο υπαρξιακής του καταξιώσεως την αθέτηση της εντολής του· «ή δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» .
Ο διάβολος, ενεργώντας αντίθετα προς την διαβεβαίωση αυτή του Θεού, έπεισε τον Αδάμ και την Εύα, ότι δεν πρόκειται να πεθάνουν, εάν επιλέξουν τη βρώση του απαγορευμένου καρπού ως πλήρωση και ικανοποίηση της προσωπικής τους επιθυμίας να γίνουν θεοί εδώ και τώρα!
- «Ου θανάτω αποθανείσθε!» Δεν θα πεθάνετε!
*
Όμως ήδη, η πρώτη εμπειρία του πρώτου ανθρωπίνου ζεύγους, αμέσως μετά την παράβαση της εντολής του Θεού, ήταν εμπειρία θανάτου!
Η τρομακτική εμπειρία της γυμνότητας του εαυτού, από τα πνευματικά προσόντα και χαρίσματα του «κατ’ εικόνα», ήταν πράγματι εμπειρία θανάτου. Ήταν μια πικρή γεύση νεκρώσεως!
Έτσι όλη η ύπαρξη του ανθρώπου, ο συνολικός εαυτός του, πέρασε στην αμετάκλητη βία του θανάτου, καθηλώθηκε πλέον αμετακίνητα «εν χώρα και σκιά θανάτου». Από την πρώτη στιγμή της παραβάσεως της εντολής του Θεού ενεπλάκη ο αδαμικός άνθρωπος στα αλύτρωτα δεσμά της εσχάτης βίας, της κυριαρχίας του κράτους του θανάτου!
*
Η δαιμονική βία, σφραγίζοντας με το θάνατο την απόλυτη εξουσία της πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο, το καθήλωνε πλέον στην καταδίκη του πνευματικού αλλά και του σωματικού θανάτου.
Αλλά και στην περίπτωση αυτή παγίδευσε την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου σε μια καταστροφική, για την ύπαρξή του και μάλιστα για το αιώνιο μέλλον του, αντίδραση κατά του γεγονότος του θανάτου: αντέστρεψε (“μετατίμησε”) στο πνεύμα του το μέγεθος της αξίας των δύο συστατικών του στοιχείων της ψυχής και του σώματος!
*
Σύμφωνα με τον θεογενή χαρακτήρα του ανθρωπίνου προσώπου, η υψίστη υπαρξιακή καταξίωσή του ήταν η προετοιμασθείσα από την αγάπη του Θεού θέωσή του, η κατάκτηση και πραγματοποίηση του «καθ’ ομοίωσιν!»
Εξάλλου κατά την ιεράρχηση των δύο βασικών συστατικών στοιχείων του προσώπου αυτού, από τη θεία σοφία και αγάπη, το χοϊκό-υλικό στοιχείο ακολουθούσε σε αξία και τιμή το πρώτιστο, το πνευματικό στοιχείο. Το «κατ’ εικόνα», δηλ. η πνευματική, θεόκτιστη φύση του ανθρώπου, ήταν εκείνη που επρόκειτο να προχωρήσει στο δρόμο της θεώσεως (πάντοτε βέβαια στην πρέπουσα θεωτική σχέση της με την χοϊκή-σωματική φύση του ανθρωπίνου προσώπου) και να υψωθεί στην κατά χάρη ομοιότητά της με τη θεία εικόνα, την εικόνα τού Θεού.
Επομένως ο άνθρωπος, πορευόμενος το δρόμο της θεώ¬σεως, θα έπρεπε να προσανατολίζεται προς τον τελικό σκοπό δυνάμει της πνευματικής του αυτοσυνειδησίας. Θα έπρεπε να έχει σαφή επίγνωση, ότι το πρώτιστο και κυριώτερο υπαρξιακό του κεφάλαιο ήταν το πνεύμα του (η ψυχή του) και ότι όλη του η ζωή, κάθε σκέψη του και επιθυμία του, κάθε προσδοκία και προσωπική του χαρά και ευτυχία, θα έπρεπε να προσανατολίζεται προς τα άνω, προς το στόχο και το σκοπό της θεώσεως!
*
Αλλά η δαιμονική βία, από την πρώτη στιγμή της κυριαρχίας της στο ανθρώπινο πρόσωπο, το παγίδευσε στη βίαιη αξιολογική αντιστροφή των συστατικών του στοιχείων, καθιστώντας το πρόσωπο αυτό εξαιρετικά ευαίσθητο στη χοϊκή του εξάρτηση (στο σώμα του) αλλά σχεδόν … αδιάφορο (στην πλειονότητα των ανθρώπων) για την πνευματική (ψυχική) του υπόσταση και αυτοσυνειδησία!
Έτσι οι πιό πολλοί άνθρωποι είναι απόλυτα σχεδόν ταυτισμένοι με το σώμα τους και θεωρούν τη ζωή του σώματος πιό σημαντική, πιό σπουδαία και πιό ζωτική, απ’ οτιδήποτε άλλο στον… κόσμο!
- “Υγεία να έχουμε, πρώτα-πρώτα υγεία, και έχει… ο Θεός”!
Είναι μια φραστική ένδειξη, η επιθυμία ή η επιδίωξη αυτή, της προσκολλήσεως, ακόμη και πολλών καλών χριστιανών, στην απόλυτη εγκόσμια αξία του σώματος. Αλλά όπου μια τέτοια νοοτροπία έχει πράγματι μια απολυτότητα, που εγκλωβίζει το ανθρώπινο πρόσωπο αποκλειστικά στην τραγικότητα του φυσικού θανάτου, λανθάνει ή υποδηλώνεται η ιδέα (και άρα η βασική υπαρξιακή τοποθέτηση), ότι ο άνθρωπος ζει και υπάρχει, όσο το σώμα του είναι ζωντανό! Άμα πεθάνει… πέθανε!
*
Το “μάθημα” αυτό το έχει φυτέψει στο πνεύμα του παραβάτη της εντολής του Θεού η δαιμονική βία, επειδή το μάθημα αυτό τη βολεύει να ασκεί αποτελεσματικώτερα το βιασμό του ανθρώπου στην αδιαφορία του και την αμέλειά του για τη σωτηρία του.
Ένα τέτοιο μάθημα, μια τέτοια δηλ. βίαιη δαιμονική υποβολή στο ανθρώπινο πρόσωπο, το εγκλωβίζει δραστικώτερα στη χοϊκή του υπόσταση και του “μπλοκάρει” την έξοδο από τη χοϊκότητα στην αιωνιότητα. Από την φθαρτότητα στην αφθαρσία!
*
Όταν όλο το άγχος και όλη η αγωνία του ανθρώπου προσανατολίζεται στο κρίσιμο γεγονός, του σωματικού θανάτου, είναι εκείνος πρόθυμος να πουλήσει ακόμη και την… ψυχή του για να σώσει το σώμα του! Κι’ αυτό το γεγονός δείχνει, αλήθεια, ότι έχει πεθάνει, πριν… πεθάνει!
*
Οπωσδήποτε, βέβαια, είναι γεγονός, ότι ο άνθρωπος, από μια άλλη άποψη, δεν πεθαίνει μια μόνο φορά ή σε μια μόνο στιγμή. Πριν από την τελεσίδικη, για τη σωματική του ζωή, στιγμή, “πεθαίνει” πολλές φορές με την έννοια της ψυχικής του ταλαιπωρίας και εξουθενώσεως στους βασανισμούς, τα προβλήματα και τις λοιπές εμπειρίες “θανάτου”, που η πικρή καθημερινότητα του προσφέρει.
Αυτό σημαίνει ότι η βία του θανάτου, στην κυριαρχία της οποίας είναι παγιδευμένος ο άνθρωπος, βιώνεται από τον τελευταίο σε ποικίλες ποιότητες και καταστάσεις βασανισμού και ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας, σε διάφορες (όχι λίγες) βαθμίδες και μορφές απωλείας αντοχής και εξαντλητικής υπομονής, σε βιωματικές καταστάσεις, που δεν αποτελούν παρά εμπειρίες και γεύσεις μιας θανάσιμης και πικρής βίας, αφού οι βασανισμοί και οι ταλαιπωρίες αυτές είναι αθέλητες και απαράδεκτες από το ανθρώπινο πρόσωπο.
*
Ίσως θα μπορούσε κανείς να επισημάνει στο σημείο τούτο δύο σημαντικές εμπειρίες ψυχικού βασανισμού και ψυχικής ταλαιπωρίας, που αποτελούν ποιότητες θανάτου και σχετίζονται πάντα με τη φυσική φθορά του ανθρωπίνου ψυχοσωματικού οργανισμού.
Πρόκειται για την ασθένεια και την προοδευτική παρακμή του σωματικού ιδιαίτερα οργανισμού του ανθρώπου.
Η ασθένεια γενικά αλλά και η βαθμιαία σωματική εξασθένιση και γήρανση του σώματος του ανθρώπου, ως ποιότητες αργού αλλά σίγουρου θανάτου, είναι συγχρόνως ποιότητες βίας, αφού στις εμπειρίες αυτές το βαθύτερο, συνειδητό ή λανθάνον βιωματικό στοιχείο είναι, συνήθως, το αθέλητο και το απαράδεκτο.
Η ασθένεια του σώματος και της ψυχής, ως γεγονός καθ’ εαυτό, αποτελεί μια ιδιότυπη και ιδιόμορφη παρουσία και δραστηριότητα της βίας πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο. Οι αρνητικές υπαρξιακές απηχήσεις της ασθενείας γενικά (αλλά και ιδιαίτερα εκείνης, που καταργεί μ’ οποιοδήποτε τρόπο, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, την ελεύθερη και ανεμπόδιστη φυσιολογική λειτουργία του ψυχοσωματικού οργανισμού) στο πνεύμα του ανθρώπου, του δίνουν μια ξεχωριστή πληροφορία και εμπειρία για την εμπλοκή του στην αδυναμία του να είναι αυτό, που θα μπορούσε να είναι, δηλ. ένας άνθρωπος υγιής, ακμαίος και ικανός για κάθε τρόπο και μορφή φυσιολογικής ζωής.
Έτσι κάθε ασθενής εμπλέκεται συχνά αναπόφευκτα στην εμπειρία της υπαρξιακής μειονεξίας και άρα στην εμπειρία του τραυματισμού και, γιατί όχι, κάποιες φορές, του θανάτου της ιδεατής (πλασματικής) του εικόνος.
Κάθε ασθενής, και ιδιαίτερα ο χρόνιος, δεν ζει τον υπαρξιακό του προβληματισμό αποκλειστικά “καθ’ εαυτόν”, όσο κι’ αν φαίνεται, πολλές φορές, ότι είναι κλεισμένος στον εαυτό του και συμβιβασμένος με τη μοίρα του. Οι αναπόφευκτες διαπροσωπικές σχέσεις και προσεγγίσεις συντηρούν συχνά μια ακοίμητη σύγκριση με κάθε υγιές άτομο, η οποία συνειδητοποιεί στο πνεύμα του (και άρα οξύνει) το πρόβλημα του είδους και του ύψους της αξίας της προσωπικής του εικόνος. Το βαθύτερο τραύμα της εμπειρίας αυτής είναι πράγματι τραύμα θανάτου και βίας, πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο, αφού ούτε ιδεατή εικόνα φαίνεται να μη δικαιούται να συντηρεί, ως προσωπική παρηγοριά και στήριγμα ζωής!
*
Αλλά και η εμπειρία της φθοράς και της σωματικής και πνευματικής παρακμής και εξασθενίσεως και γηράνσεως βιώνεται συνήθως, από το ανθρώπινο πρόσωπο, ως καταπίεση και υπαρξιακή αντίφαση στον εσώτερο μυστικό και ακατασίγαστο πόθο του ανθρώπου για ζωή, νεότητα και ψυχοσωματική ακμαιότητα!
Η φθορά, η βαθμιαία γήρανση του σωματικού οργανισμού του ανθρώπου και κάθε σχετική εμπειρία και κάθε σημάδι παρακμής του οργανισμού αυτού αντιφάσκει στη δυνατότητα του ανθρώπου να βλέπει μακρύτερα από τη χοϊκότητα και τους υλικούς περιορισμούς της επίγειας θητείας του.
Ανεξάρτητα από κάθε τοποθέτηση του ανθρώπου απέναντι στο πρόβλημα γενικά, της υπάρξεως ή μη, συνεχείας της ζωής και πέρα του τάφου, η αυθόρμητη (ενστικτώδης) ενορατική λειτουργία του πνεύματός του, με όση δυνατότητα ελευθερίας διαθέτει, προεκτείνεται πέρα των ορίων της φθοράς και της παρακμής, “πέρα των ορίων” της ρυτίδος και της γηράνσεως. Κι’ αυτό ακριβώς το γεγονός βιώνεται επίσης ως μία βίαιη αιχμαλωσία και παγίδευση του ανθρώπου στους αμετάκλητους νόμους της φθοράς και της παρακμής, των “έξοδίων” αυτών μηνυμάτων ή φάσεων της ανθρωπινής υπάρξεως!
*
Στην περίπτωση πάντως, που η ζωή ενός ανθρώπου συνεχίζεται παρατεινομένη σ’ ένα σχετικά μεγάλο αριθμό δεκαετιών, συνοδεύεται οπωσδήποτε και συντροφεύεται από κάθε είδους εμπειρία φθοράς και παρακμής.
Έτσι ο προχωρημένος στα χρόνια άνθρωπος, με την επίγνωση ότι κάνει σίγουρα πια βήματα προς την τελική, από τη ζωή, έξοδο, το θάνατο, έχει συγχρόνως την αίσθηση, ότι εγκαταλείπει αυτή τη ζωή χωρίς τη βούλησή του, χωρίς τη δική του επιλογή.
Αλλά και στην περίπτωση, που, η έξοδος αυτή, μπορεί να ανταποκρίνεται στην επιθυμία του ή να είναι της δικής του επιλογής, μια τέτοια επιθυμία και μια τέτοια επιλογή, μόνο στην άσκηση βίας στην υπαρξιακή του αυτοσυνειδησία μπορεί να οφείλεται. Όταν ο θάνατος είναι επιθυμητός γιατί θα φέρει τη λύτρωση, φαίνεται πολύ καθαρά, ότι, και στην περίπτωση αυτή, η βία έχει κάνει το “χρέος” της με ανελέητη επιμονή!
Αυτό σημαίνει, ότι, ούτως ή άλλως, δηλ. σε κάθε περίπτωση εξόδου ενός άνθρωπου από τη ζωή, η βία επισφραγίζει το καταστροφικό της έργο, πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο, με την έσχατη δύναμη της, το θάνατο!
*
- “Έσχατη μορφή βίας ο θάνατος”!
Είτε πρόωρος, είτε αιφνίδιος, είτε αργοπορημένος· είτε εμφανώς βίαιος, είτε ειρηνικός, ο θάνατος είναι ο τελευταίος πιστότατος υπηρέτης και εργάτης της βίας, που κλείνει τον μικρό ή μεγάλο κύκλο της ατομικής ανθρώπινης ζωής.
Εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο…! Τον τελευταίο βίαιο
λόγο!
*
“Όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον! Πώς η ψυχή εκ του σώματος βιαίως χωρίζεται εκ της αρμονίας και της συμφυΐας, ο φυσικώτατος δεσμός, θείω βουλήματι αποτέμνεται…”!
*
“Όίμοί, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος”! “Μέγας κλαυθμός και οδυρμός, μέγας στεναγμός και ανάγκη ο χωρισμός της ψυχής”.
(Ιωάννη Κορναράκη, «Βία. Η οδός του Θεού», εκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσ/νἰκη, σ. 66-74)
Read more »